Ευρετήριο

Ὕαλος




ΡΙΖΑ: <*FΥΑΛΟΣ, τεχνικός όρος αγνώστου ετύμου.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Γυαλί.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Ὑάλινος Apoc 4:6.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Κατοπτρίζομαι 2Co 3:18.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Ξύλον Act 5:30, Σίδηρος Apoc 18:12.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ουσιαστικό β΄ κλίσης, αρσενικού γένους: Ὕαλος,-ου.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Ὕαλος: ονομαστική ενικού.

2) Ὑάλῳ: δοτική ενικού.

ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΕΔΑΦΙΑ:

21:18: «καὶ ἡ ἐνδώμησις τοῦ τείχους αὐτῆς ἴασπις καὶ ἡ πόλις χρυσίον καθαρὸν ὅμοιον ὑάλῳ καθαρῷ.»

21:21: «καὶ οἱ δώδεκα πυλῶνες δώδεκα μαργαρῖται, ἀνὰ εἷς ἕκαστος τῶν πυλώνων ἦν ἐξ ἑνὸς μαργαρίτου. καὶ ἡ πλατεῖα τῆς πόλεως χρυσίον καθαρὸν ὡς ὕαλος διαυγής.»

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

21:18: Apoc 4:3  Apoc 54:11

21:21: Est 1:6  Job 28:18  Mat 13:46

1) Η λ. Ὕαλος χρησιμοποιείται σπάνια στο πρωτότυπο κείμενο των Χριστιανικών Ελληνικών Γραφών (Καινή Διαθήκη).

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Glass.

Ὕαλος, or ὕελος, ου, ἡ, crystal, Aristoph. Nub. 768; probably rock-crystal, which, when polished, was used as

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Vitrum.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ:

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: vetro.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: verre.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: vidrio.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: vidro.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: glas.