Ευρετήριο

Ὑπάγω




ΡΙΖΑ: < ΥΠΟ+ΑΓΩ (βλ.λ. Ὑπό και Ἄγω).

ΕΡΜΗΝΕΙΑ:

1) (Αρχ.) προχωρώ, φεύγω μακριά.

2) Άγω, οδηγώ, φέρω κάτι (υποκάτω).

3) Τοποθετώ κάποιον, κάτι, σε μια ορισμένη τάξη ή σειρά, τον θέτω υπό τη δικαιοδοσία άλλου.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Ἄγω Mar 13:11, Luk 4:1, Luk 24:21, Ἀνάγω Luk 2:22, Act 9:39, Ἀπάγω Act 23:17, Εἰσάγω Luk 2:27, Ἐξάγω Act 5:19, 7:36, 40, Ἐπάγω Act 5:28, 2Pe 2:1, 5, Κατάγω Act 9:30, 22:30, 23:15, Παρεισάγω 2Pe 2:1, Προάγω Act 12:6, 16:30, Προσάγω Act 16:20, 1Pe 3:18, Επανάγω Luk 5:3, Παράγω Mat 9:27, Ὑπάγω Jac 2:16, Ἀπάγω Mat 7:13, 26:57, Περιάγω 1Co 9:5, Συναπάγω 2Pe 3:17, Συνάγω Apoc 13:10, Διάγω 1Ti 2:2.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Πορεύομαι Luk 7:22, 17:19, Παραπορεύομαι Mar 2:23, Προπορεύομαι Luk 1:79, Διαπορεύομαι Luc 6:1, Εισπορεύομαι Luk 11:33, Συμπορεύομαι Mar 10:1, Διοδεύω Act 17:1, Αποδημέω Mat 25:14, Ἔρχομαι 6:10, Εἰσέρχομαι Luk 17:2, Ἐξέρχομαι Mat 2:6, 9:31, Ἐπανέρχομαι Luk 10:35, Διέρχομαι Act 9:38, 13:14, Ἐπέρχομαι Luk 1:35, 21:26, Κατέρχομαι Luk 9:37, Act 13:4, Παρεισέρχομαι Gal 2:4, Παρέρχομαι Luk 12:37, Προσέρχομαι Mat 4:3, Heb 10:1, Συνέρχομαι Joh 18:20, Ἀπέρχομαι Mar 3:13, Mat 8:18, Ἀντιπαρέρχομαι Luk 10:31,32, Χωρίζω 1Co 7:10,11,15, Ἀποχωρίζω Act 15:39, Ἔξειμι Act 27:43, Ἄπειμι Act 17:10, Ἀναχωρέω Act 23:19, Μεταβαίνω Luk 10:7.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Ἔρχομαι Mat 3:11, 14, 16, Εἰσέρχομαι Mat 5:20, 7:13.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ρήμα α΄ συζυγίας, βαρύτονο.

ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ:

Ενεστ. ὑπάγω, Πρτ. ὑπῆγον, Μέλ. ὑπάξω, Αόρ. ὑπήγαγον, Πρκ. ὑπῆχα, Υπερσ. ὑπήχειν.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΡΗΜΑΤΑ.

ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:

1) Ὑπάγω

Α) Αμετάβατο: πηγαίνω (Mat 4:10 …Ὕπαγε Σατανᾶ…

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνικό Συντακτικό ΣΥΝΤΑΞΙΣ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Ὕπαγε: β΄ ενικό προστακτικής ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

2) Ὑπάγει: γ΄ ενικό οριστικής ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

3) ὑπάγειν: απαρέμφατο ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

4) Ὑπάγεις: β΄ ενικό οριστικής ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

5) Ὑπάγετε: β΄ πληθυντικό προστακτικής ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

6) Ὑπάγῃ: γ΄ ενικό υποτακτικής ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

7) Ὑπάγῃτε: β΄ πληθυντικό υποτακτικής ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

8) Ὑπάγοντες: ονομαστική πληθυντικού μετοχής αρσενικού γένους του ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

9) Ὑπάγω: α΄ ενικό οριστικής ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΕΔΑΦΙΑ:

Apoc 14:4: «οὗτοί εἰσιν οἳ μετὰ γυναικῶν οὐκ ἐμολύνθησαν, παρθένοι γάρ εἰσιν, οὗτοι οἱ ἀκολουθοῦντες τῷ ἀρνίῳ ὅπου ἂν ὑπάγῃ. οὗτοι ἠγοράσθησαν ἀπὸ τῶν ἀνθρώπων ἀπαρχὴ τῷ θεῷ καὶ τῷ ἀρνίῳ»

Apoc 17:8: «Τὸ θηρίον ὃ εἶδες ἦν καὶ οὐκ ἔστιν καὶ μέλλει ἀναβαίνειν ἐκ τῆς ἀβύσσου καὶ εἰς ἀπώλειαν ὑπάγει, καὶ θαυμασθήσονται οἱ κατοικοῦντες ἐπὶ τῆς γῆς, ὧν οὐ γέγραπται τὸ ὄνομα ἐπὶ τὸ βιβλίον τῆς ζωῆς ἀπὸ καταβολῆς κόσμου, βλεπόντων τὸ θηρίον ὅτι ἦν καὶ οὐκ ἔστιν καὶ παρέσται»

Apoc 17:11: « καὶ τὸ θηρίον ὃ ἦν καὶ οὐκ ἔστιν καὶ αὐτὸς ὄγδοός ἐστιν καὶ ἐκ τῶν ἑπτά ἐστιν, καὶ εἰς ἀπώλειαν ὑπάγει »

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 14:4: Jas 1:27  2Co 11:2  Jas 4:4  1Pe 2:21  1Co 7:23  Apoc 5:9  Exo 23:16  Lev 23:15  Jas 1:18

Apoc 17:8: Apoc 13:17  Apoc 20:1  Exo 32:32  Psa 69:28  Phl 4:3  Apoc 13:8

Apoc 17:11: Apoc 17:8

1) Η σύνθετη αυτή λ. Ὑπάγω (βλ. ΡΙΖΑ) αποτελεί (ως σύνθεση) ένα από τα γνωρίσματα της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας τα οποία περιλαμβάνονται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

2) Η λ. Ὑπάγω ανήκει στην κατηγορία των συνθέτων λέξεων της Αρχαίας Ελληνικής γλώσσας με την προσθήκη πρόθεσης. Η σύνθεση αυτή δημιουργείται στα πλαίσια του Μεταρηματικού και του Μετονοματικού Συστήματος του Αρχαίου Ελληνικού γλωσσολογίου.

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Subsume, Depart, Get, Go, to lead or bring up under, to lead on another.

Ὑπάγω, impf. ὑπῆγον, f. ὑπάξω, to lead or bring up under, to lead upt to an object; to lead on another; to induce or tempt by some prospect of advantage; to lead back, Thucyd. v, 10; to withdraw from under; hence, to retreat (same as Lat. subduco); to complain or inform against, to accuse, Xen. Hist. i, 3, 12; ii, 3, 8; to summon or bring into court, εις δικαστήριον· to trial, εἰς δίκην· to accuse of a capital crime, θανάτου, Herodt. vi, 136; to go away, withdraw, retire, Id. iv, 120; to go forward, to proceed; ὕπαγε ὀπίσω μου, an expression of aversion or disgust, away, begone; mid. to induce by suggesting arguments; to bring one to their party, Thucyd. vii, 46; to deceive, to subject to; to seduce, wheedle, Demosth. 105, 773, 14; to allege or suggest any thing to any one, Xen. Anab. ii, 1, 13; to die, Matth. xxvi, 24; Mark xiv, 21; but is nowhere found among others than the Jew in this signification; pres. imperat. ὕπαγε, begone; ὑπάγεθ’ ὑμεῖς τῆς ὅδου, get out of the way, Aristoph. Ran. 174; 2. a. ὑπήγαγον, ες, ε, 1. a. pas. ὑπήχθην, part. ὑπαχθείς, enticed, wheedled, pf. pas. ὑπῆγμαι, Demosth. 423, 26. Fr. ὑπό and ἄγω.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Capere, Recedite, Abite, Ite Sub Ferre Aut Ducere Ducere Aliam.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Subsumieren, Abfahrt, Fertig, Los, Führen Oder Bringen Unter, Auf Einer Anderen Führen.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Sussumere, Partenza, Riceviandate, Condurre O Portare Sotto, A Condurre Su Un Altro.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Subsumer, Départ, Faites-Vous, Allez, A Conduire Ou A Mettre Sous, A Conduire Sur Un Autre.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Subsumir, Salida, Recibe, Vaya, Para Llevar O Traer Bajo, Para Dirigir En Otro.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Subsumir, Partida, Get, Vai, Para Levar Ou Trazer Abaixo, Para Levar Em Outro.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Haars Inziens Namelijk, Wijkt,, Ga, Om Te Leiden Of Te Brengen Tot Onder, Om Te Leiden Op Een Andere.