Ευρετήριο

Ὑψηλός




ΡΙΖΑ: Ὕψος.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ:

1) Ψηλός.

2) (Για ήχους) οξύς, δυνατός.

3) Ηθικά ανώτερος.

4) (Οικον.) λογιστικά ανώτερος.

5) Σημαντικός από ποιοτική κυρίως άποψη.

6) Τεχνικά ανώτερος ως προς το ποιόν.

7) Περίοπτος, εντυπωσιακός.

8) (Για φυσικό μέγεθος) υπερβολικός, που η τιμή του ξεπερνά το κανονικό, τα συνηθισμένα όρια.

9) (Μεταφ.) μέγας, λαμπρός, εξέχων, όλβιος.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Ὑψηλοφρονέω, Ὑψηλόφρων, Ὑψηλότης, Ὑψηλοφανής, Ὑψηλοφροσύνη.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Ἀνώτερος, Μέγας, Λαμπρός, Περίοπτος, Ὄλβιος, Κομπορρήμων.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Χαμηλός, Ταπεινός.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ-ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Επίθετο: ὑψηλός, ὑψηλότερος, ὑψηλότατος.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΕΠΙΘΕΤΑ.

ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΥΣΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ:

Η λ. έχει την έννοια του υψηλά ισταμένου προσώπου με την ηθική ανώτερη σημασία, αλλά και με την ατελή άποψή της (ὑψηλόφρων, κομπορρήμων). Παράλληλα η λ. αναφερόμενη υπονοεί αυθόρμητα κάτι το οποίο βρίσκεται υψηλά (ηθικά) αλλά και πραγματικά σε περίοπτη θέση. Τέλος ως έκφραση η έννοια αναφέρεται σε διαστάσεις υπερβολής.

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Tall, High.

Ὑψηλός, ή, όν, high, Xen. Anab. iii, 4, 16; lofty, Il. xii, 131; tall, steep, Thucyd. iii, 97; eminent, supreme; also, haughty; ὑψήλα, loftily, Soph. Aj. 1209; elevated, sublime; compar. ὑψηλότερος, έρα, ερον. Th. ὕψος.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Altus, Procerus, Celsus, Profundus, Grandis.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Groß, Hoch, Lang.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Alto, Grande, Di Altezza, Lungo, Elevato, Inverosimile, Esagerato, Considerevole.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Grand, Haut, Elevé, De Haute Taille, Très Haut, Sonore, Excessif.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Alto, Grande, No Pequeño.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Alto, De Elevada Estatura.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Hoog, Lang.