Ευρετήριο

Ὕψος




ΡΙΖΑ: <ΥΨΙΣΤΟΣ<ΥΨΙ "ψηλά".

ΕΡΜΗΝΕΙΑ:

1) Ύψος, υψηλό σημείο.

2) Υψηλή κοινωνική θέση, αξίωμα.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Ὑψηλός Mat 4:8, Ὕψιστος Luk 1:32,35,36, Ὕψωμα 2Co 10:5.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Ἄνω Phl 3:14.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Κάτω Mat 27:51, Mar 14:66, Joh 8:23, Χαμαῖ Joh 9:6, Βάθος Eph 3:18, Βυθός 2Co 11:25.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ουσιαστικό γ΄ κλίσης, ουδετέρου γένους: Ὕψος, -ους.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Ὕψει: δοτική ενικού.

2) Ὕψος: ονομαστική ή αιτιατική ενικού.

3) Ὕψους: γενική ενικού.

ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΕΔΑΦΙΑ:

Apoc 21:16: «καὶ ἡ πόλις τετράγωνος κεῖται καὶ τὸ μῆκος αὐτῆς ὅσον [καὶ] τὸ πλάτος. καὶ ἐμέτρησεν τὴν πόλιν τῷ καλάμῳ ἐπὶ σταδίων δώδεκα χιλιάδων, τὸ μῆκος καὶ τὸ πλάτος καὶ τὸ ὕψος αὐτῆς ἴσα ἐστίν.»

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 21:16: Apoc 3:12

1) Η λ. Ὕψους στο εδάφιο Luk 1:78 , περιλαμβάνεται σε μια περιγραφή με ποιητική έξαρση ως ένας ύμνος χωρίς μέτρο. Πρόκειται για ένα λογοτεχνικό χαρακτηριστικό του (πρωτότυπου) κειμένου των Χριστιανικών Ελληνικών Γραφών (Καινή Διαθήκη).

2) Η λ. Ὕψος στο εδάφιο Eph 4:8 αποτελεί παραπομπή από σχετικό εδάφιο Εβρ. Γραφ. (Ο΄ Psa 68:18).

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Estate, Height, High.

Ὕψος, εος, τό, height, Xen. Anab. iii, 6, 4; ὅσον... ὕψος ἀμαθίας, to what a height of ignorance, Plat. Ep. vii, 351, E; a top or summit; also, depth; also, sublimity, Longin.; ἐξ ὕψους, from on high.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Altum, Altitudo, Exaltatio, Sublimitas.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Höhe.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Altezza.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Hauteur.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Altura.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Altura.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Hoogte.