Ευρετήριο

Φεύγω




ΡΙΖΑ: Φευγ-.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ:

1) Απομακρύνομαι από κάπου γρήγορα ή βιαστικά από φόβο ή ανάγκη.

2) Αποχωρώ, απομακρύνομαι από κάποιο χώρο.

3) Αναχωρώ.

4) Εγκαταλείπω κάποιο μέρος ή χώρο οριστικά.

5) Παύω τη δραστηριότητα, την ενεργό συμμετοχή μου σε κάποιον επαγγελματικό ή άλλο χώρο.

6) Πεθαίνω.

7) Διαφεύγω.

8) Ξεφεύγω.

9) Εξαφανίζομαι, χάνομαι.

10) (για χρόνο) περνώ.

11) Απομακρύνομαι με μια απότομη ή βιαστική κίνηση.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Φυγή, Φυγάς, Φευκτός, Φευκτέος, Φῦξις, Φύξιμος, Καταφύγιον, Φεύξιμος, Φευκτικός, Ἀνάφευξις, Πρόσφυγας, Φυγαδεύω, Φυγοδικῶ.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Ἀπαλλάττομαι, Ἐπέρχομαι, Ἀποδιδράσκω.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Ἔρχομαι, Διώκω.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ρήμα

ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ:

Ενεστ. φεύγω, Πρτ. ἔφευγον, Μέλ. φεύξομαι, Αόρ. β΄ ἔφυγον, Πρκ. πέφευγα, Υπερσ. ἐπεφεύγειν.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΡΗΜΑΤΑ.

ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΕΔΑΦΙΑ:

Apoc 12:6: «καὶ ἡ γυνὴ ἔφυγεν εἰς τὴν ἔρημον, ὅπου ἔχει ἐκεῖ τόπον ἡτοιμασμένον ἀπὸ τοῦ θεοῦ, ἵνα ἐκεῖ τρέφωσιν αὐτὴν ἡμέρας χιλίας διακοσίας ἑξήκοντα.»

Apoc 16:20: «καὶ πᾶσα νῆσος ἔφυγεν καὶ ὄρη οὐχ εὑρέθησαν.»

Apoc 20:11: «Καὶ εἶδον θρόνον μέγαν λευκὸν καὶ τὸν καθήμενον ἐπ᾽ αὐτόν, οὗ ἀπὸ τοῦ προσώπου ἔφυγεν ἡ γῆ καὶ ὁ οὐρανὸς καὶ τόπος οὐχ εὑρέθη αὐτοῖς.»

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 16:20: Apoc 6:14

Apoc 12:6: Psa 55:7  1 Ki 19:6  Pro 30:8  Apoc 11:3  Apoc 12:14

Apoc 20:11: Act 24:15  Apoc 11:18  Exo 32:33  Psa 69:28  Dan 12:1  Joh 5:29

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Leave, Wear Off, Drive Away, Clear Away, Flee, Clear Off, Go Away, Come Away, Clear Out, Buzz Off, Get Away, Run Along, Slope Off, Lam, Drive Off, Fly, Scurry, Fleet.

Φεύγω, f. φεύξομαι, Dor. and Att. φευξοῦμαι, 2. a. ἔφυγον, part. φυγών, inf. φυγεῖν, pf. πέφευγα, opt. ἐκπεφευγοίην, Soph. Œd. T. 840; also, aristoph. Acharn. 940, πεποιθοίη· pf. pas. with an active signification, πέφυγμαι· verbal adj. φευκτέος and φευκτός, and in the Iliad φυκτός· also with Herodt., i, 65; to flee, escape, Eurip. Med. 561; to avoid, Xen. Anab. v, 3, 8; to escape from, with a gen.; also with ἐκ, ἀπό, ὑπό, to escape τινά· to decline; to hold in aversion, to reject; to be unwilling; to desist from; to go into exile, to be banished; καί αὐτοί φευγεῖν, καί στερηθῆναι τῆς πόλεως, Plat. Crit.; also, οἱ φεύγοντες, exiles, Xen. Anab. i, 1, 7; to rout, put to flight; to be accused or to be guilty of a crime; to desert any one; part. pres. ὁ φεύγων, an accused person, a defendant in a suit, opposed to ὁ διώκων, the accuser or plaintiff; γραφήν φεύγειν, to be accused, Demosth. 310, pen.; φεύγειν ἀσεβείας, to be accused of impiety, Plat. Apol. Socr. 24; φεύγειν φόνου (δίκην understood), to be accused of murder; ἦ ῥᾳδίως φεύγων ἄν ἀποφύγοι δίκην, assuredly when prosecuted he might easily be acquitted, Aristoph. Nub. 167; φεύγω ἀπό τῆς κρίσεως, to be discharged from or to avoid judgment, Matt. xxiii, 33; φεύγειν ὑπό τινος, to be driven into exile by any one, Herodt. iv, 125.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Fugio, Fugam Capio, Fugio Patriam, Effugio, Exulo, Evado, Vito, Declino, Aversor.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Verlassen, Lassen, Hinterlassen, Überlassen, Gehen, Belassen, Abreisen, Zurücklassen, Stehen Lassen, Abgeben, Abfahren, Austreten, Fortgehen, Liegen Lassen, Vergessen, Abgehen, Vermachen, Sein Lassen.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Lasciare, Uscire, Partire, Abbandonare, Andarsene, Allontanarsi, Affidare, Dimenticare, Rimettere, Piantare, Consegnare.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Laisser, Quitter, Partir, Abandonner, Déposer, Oublier, Voyager.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Dejar, Salir, Abandonar, Irse, Marcharse, Quedar, Legar, Olvidar, Quitar, Tocar, Sobrar, Dirigirse.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Deixar, Sair, Abandonar, Partir, Ir Embora, Ir, Desistir, Legar, Cessar, Deixar Ficar, Depositar, Sobrar, Descontinuar.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Vertrekken, Slijten, Rijden.