Ευρετήριο

Φθείρω






ΡΙΖΑ: <*ΦΘΕΡ-JΩ<Ι.Ε.*GWHDER- "ρέω", πβ.σανσκρ. KSERATI "ρέει, εξαφανίζει".

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Φθείρω, καταστρέφω, διαφθείρω, βλάπτω με φυσικό ή ηθικό τρόπο.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Φθορά 1Co 15:42, 50, Φθαρτός 1Co 15:53, 54, Ἄφθαρτος Rom 1:23, Διαφθορά Act 2:27, 31, Διαφθείρω 1Ti 6:5, Διαφθορά Act 2:27, 31, Καταφθείρω 2Ti 3:8.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Καπηλεύω Tit 1:11, Σήπω Jac 5:2, Σαπρός Mat 7:17,18, Σπιλῶ Jud 23, Σπῖλος 2Pe 2:13, Μολύνω 1Co 8:7, Μιαίνω Joh 18:28, Ἀφανίζω Mat 6:19, Ὀλοθρεύω Heb 11:28, Ὀλοθρευτής 1Co 10:10, Ὄλεθρος 1Co 5:5, Ἐξολοθρεύω Act 3:23, Ἀπόλλυμι Luk 5:37.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Ἀφθορία Tit 2:7, Ἀφθαρσία 1Co 15:42, 50, 53, 54, Ἄφθαρτος Rom 1:23, Ἀμάραντος 1Pe 1:4, Ἀμαράντινος 1Pe 5:4, Ἄσπιλος 1Ti 6:14, Διατηρῶ Act 15:29, Luk 2:51, Τηρῶ Joh 17:11, 15, Ἀκμάζω Apoc 14:18, Ὑπάρχω 1Co 7:26, 11:7, 18.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ρήμα α΄ συζυγίας, βαρύτονο.

ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ:

Ενεστ. φθείρω, Πρτ. ἔφθειρον, Μέλ. φθερῶ, Αόρ. ἔφθειρα, Πρκ. ἔφθαρκα, Υπερσ. ἐφθάρκειν.

Μέσ. Ενεστ. φθείρομαι, Πρτ. ἐφθειρόμην, Μέλ. μέσ. φθαρήσομαι, Αόρ. μέσ. ἐφθάρην, Πρκ. ἔφθαρμαι, Υπερσ. ἐφθάρμην.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΡΗΜΑΤΑ.

ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:

1) Φθείρω

Α) Μεταβατικό

i) + αιτ.: καταστρέφω κάτι ή κάποιον (1Co 3:17…Εἰ τὶς τὸν ναόν τοῦ Θεοῦ φθείρει…).

2) Φθείρομαι

Α) Αμετάβατο: κατστρέφομαι, διαφθείρομαι, φθείρομαι (Eph 4:22…Τὸν φθειρόμενον κατά τὰς ἐπιθυμίας τῆς ἀπάτης…).

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνικό Συντακτικό ΣΥΝΤΑΞΙΣ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Ἐφθείραμεν: α΄ πληθυντικό οριστικής αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

2) Ἔφθειρεν:   γ΄ ενικό οριστικής αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

3) Φθαρῇ: γ΄ ενικό υποτακτικής αορίστου β΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

4) Φθαρήσονται: γ΄ πληθυντικό οριστικής μέλλοντα Μεσοπαθητικής Φωνής.

5) Φθείρει: γ΄ ενικό οριστικής ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

6) Φθειρόμενον: αιτιατική ενικού μετοχής αρσενικού γένους του ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

7) Φθείρονται: γ΄ πληθυντικό οριστικής ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

8) Φθείρουσιν: γ΄ πληθυντικό οριστικής ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

9) Φθερεῖ: γ΄ ενικό οριστικής μέλλοντα Ενεργητικής Φωνής.

ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΕΔΑΦΙΑ:

Apoc 19:2: «ὅτι ἀληθιναὶ καὶ δίκαιαι αἱ κρίσεις αὐτοῦ· ὅτι ἔκρινεν τὴν πόρνην τὴν μεγάλην ἥτις ἔφθειρεν τὴν γῆν ἐν τῇ πορνείᾳ αὐτῆς, καὶ ἐξεδίκησεν τὸ αἷμα τῶν δούλων αὐτοῦ ἐκ χειρὸς αὐτῆς.»

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 19:2 : Deu 32:4  Psa 19:9  1Pe 1:17  Apoc 15:3  Deu 32:43  2Ki 9:7  Psa 79:10  Apoc 18:20  Apoc 18:24

1) «(Μὴ πλανᾶσθαι) φθείρουσιν ἤθη χρηστά ὁμιλίαι κακαί» (1Co 15:33). Το απόφθεγμα αυτό αναφέρεται από τον Ευριπίδη: ΙΙΙ (Fragmenta Lipsiae B.G. Teubner 1912 εκδ. Aug. Nack σελ. 282 αριθ. 1013) και τον Μένανδρο: (Fragmenta 211 εκδ. Meine cue).

2) Η λ. Φθείρουσιν στο εδάφιο 1Co 13:33 περιλαμβάνεται σε μια φράση με «ύφος όχι ρητορικό» αλλά «με διαλεκτική απλότητα» με σύντομη αναφορά σ’ ένα ρητό ή παροιμία. Πρόκειται για ένα λογοτεχνικό χαρακτηριστικό της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας το οποίο περιλαμβάνεται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

3) Η λ. Φθείρω ως ρήμα παράγει το ουσιαστικό Φθορά το οποίο δηλώνει είτε το πρόσωπο που ενεργεί είτε (γενικά) ενέργεια, σύμφωνα με το Ονοματικό Σύστημα της Αρχαίας Ελληνικής γλώσσας.

ΕΒΔΟΜΗΚΟΝΤΑ (Ο'): Gen 6:11, Exo 10:15.

1) α) ΑΓΓΛΙΚΕΣ ΛΕΞΕΙΣ ΜΕ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΙΖΑ: Phth-(Phthinoid).

β) ΑΓΓΛΙΚΑ: Corrupt, Defile, Destroy.

Φθείρω, f. ερῶ, by the Epic poets, φθέρσω, Il. xiii, 625; pf. ἔφθαρκα, Plat. Apol. 33; Demosth.; to destroy; to corrupt, Xen. Mem. i, 5, 3; to vitiate, to spoil, to debauch, deprave, to violate; to infect; to harass, to lay waste, Xen. Anab. iv, 7, 15; to kill, to slay; 1. α. ἔφθειρα, ας, ε, 2. pf. ἔφθορα, Eurip. Med. 353; διέφθορα, Soph. Electr. 306; φθείρομαι, to go or come to one’s ruin, to perish; φθείρου, an imprecation analogous to some of the many vulgar execrations in English, as go and be hanged, the deuce take you, away with yourself; εἰ μή φθερεῖ ὡς τάχιστ’ ἀπό στέγης, unless you shall depart as quickly as possible from the house, Eurip. Androm. 713; pas. to be ruined, destroyed, etc.; ἄταρ ὦ ποιητά, κατά τό δεῦρ’ ἐφθάρης; but why, Poet, hast thou come hither with thy mischief or thy illluck? Aristoph. Plut. 598; to wander about, Soph. Œd. T. 1502; 2. a. ind. pas. ἐφθάρην, subj. φθαρῶ, ῇς, ῇ, 2. f. φθαρήσομαι, Plat. Apol. 29; διαφθαρήσομαι, Demosth. 632; Buttmann, Irreg. Verbs, calls ἐφθάρην a 1. a. pas.; probably a typographical error; pf. pas. ἔφθαρμαι, σαι, ται. Th. φθέω.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Perdere, Pessumdare, Perdo, Corrumpo, Vitio, Corrumpere, Disperdere, Violare, Perire.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Korrupte, Schlucht, Zerstören.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Corrupt, Defile, Distruggi.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Corrompu, Défilé, Détruire.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Corruptos, Desfiladero, Destruye.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Corruptos, Contaminareis, Destrua.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Corrupt, Defile, Vernietig.