Ευρετήριο

Φιλέω, -ῶ / Φιλοῦμαι




ΡΙΖΑ: Φίλος.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ:

1) Αγαπώ τρυφερά.

2) (Παθητ.) αγαπιέμαι από κάποιον.

3) Φέρομαι φιλικά, υποδέχομαι κάποιον φιλικά.

4) Παρέχω εξωτερικά δείγματα αγάπης.

5) Ασπάζομαι.

6) Είμαι φίλος κάποιου, είμαι ενθουσιασμένος με κάτι (κάποιον).

7) Αγγίζω με τα χείλη. 8) για ερωτικό φίλημα.

9) Για φίλημα σε ένδειξη σεβασμού ή δουλικότητας.

10) (Μέσ.) ανταλάσσω φιλήματα.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Φίλη, Φίλημα, Φιλομοσύνη, Φιλία, Φιλικός, Φιλικῶς, Φίλιος, Προσφιλής, Φίλτρον, Πολυφίλητος, Ἀξιοφίλητος, Φιλητέον, Φίλησις, Φιλητός, Φιλήμων, Φίλος, Φιλαλήθης, Φιλέλλην, Φιλ- α΄ συνθ. λ. με τη σημασία ολοκληρωμένη με το β΄ αυτής όπως: Φιλ-άνθρωπος, Φιλ-ανθής, Φιλ-αναγνώστης, Φίλ-αυτος κ.λπ.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Ἀγαπῶ, Ἀσπάζομαι, Στέργω τρυφερά.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Μισῶ, Ἐχθαίρω, Ἐχθρεύομαι.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ-ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:

ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ:

Ενεστ. φιλῶ, Πρτ. ἐφίλουν, Μέλ. φιλήσω, Αόρ. ἐφίλησα, Πρκ. πεφίληκα, Υπερσ. ἐπεφιλήκειν.

Μέσ. Ενεστ. φιλοῦμαι, Πρτ. ἐφιλούμην, Μέλ. μέσ. φιλήσομαι, Μελ. παθ. φιληθήσομαι, Αόρ. παθ. α΄ ἐφιλήθην, Πρκ. πεφίλημαι, Υπερσ. ἐπεφιλήμην.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΡΗΜΑΤΑ.

ΕΞΕΙΚΟΝΙΣΤΙΚΗ ΛΕΚΤΙΚΗ ΦΡΑΣΕΟΛΟΓΙΑ:

(Ὁ ποιῶν) καὶι ὁ φιλῶν ψεῦδος (Apoc 22:15)

Ο Ιεχωβά, ο Βασιλιάς της αιωνιότητας, απευθύνεται τώρα στους αναγνώστες της Αποκάλυψης για τελευταία φορά στην προφητεία, λέγοντας: «Δες! Έρχομαι γρήγορα, και την αμοιβή που δίνω την έχω μαζί μου, για να αποδώσω στον καθένα όπως είναι το έργο του. Εγώ είμαι το Άλφα και το Ωμέγα, ο πρώτος και ο τελευταίος, η αρχή και το τέλος. Ευτυχισμένοι είναι εκείνοι που πλένουν τις στολές τους, για να γίνει δική τους η εξουσία να πάνε στα δέντρα της ζωής και για να μπορέσουν να μπουν στην πόλη από τις πύλες της. Έξω είναι οι σκύλοι και εκείνοι που ασκούν πνευματισμό και οι πόρνοι και οι φονιάδες και οι ειδωλολάτρες και ο καθένας που του αρέσει το ψέμα και εμμένει σε αυτό». (Apoc 22:12-15).

Ο Ιεχωβά Θεός, για μια ακόμη φορά, τονίζει την αιώνια κυριαρχία του και το γεγονός ότι αυτό που αποτελούσε από την αρχή σκοπό του πρόκειται επιτέλους να το εκπληρώσει. “Έρχεται γρήγορα” για να εκτελέσει κρίση και να ανταμείψει εκείνους που τον εκζητούν ένθερμα. (Heb 11:6) Οι δικοί του κανόνες καθορίζουν ποιοι θα ανταμειφθούν και ποιοι θα απορριφθούν. Οι κληρικοί του Χριστιανικού κόσμου έχουν ενεργήσει σαν «άλαλοι σκύλοι», εγκρίνοντας σιωπηλά τις φαυλότητες που περιγράφει εδώ ο Ιεχωβά. (Hsa 56:10-12· βλ. επίσης Deu 23:18, υποσημείωση στη ΜΝΚ.).

Ασφαλώς, αυτοί “αρέσκονταν” σε ψεύτικες δοξασίες και δόγματα, “ενέμειναν” σε αυτά και αγνόησαν εντελώς τη συμβουλή του Ιησού προς τις εφτά εκκλησίες. Γι’ αυτό, δεν έχουν καμιά συμμετοχή στη Νέα Ιερουσαλήμ.

ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΥΣΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ:

Τα ρήματα φιλέω και στέργω αποτελούν δύο άλλες λ. του ρήματος ἀγαπῶ (παραβ. ΣΥΝΩΝΥΜΑ). Κάτω από το πρίσμα αυτό και το ρήμα φιλέω αποτελεί μια άλλη ταυτόσημη έννοια του ρήματος αγαπώ, με την έκφραση της φιλικής στοργής, μιας ένθερμης, πηγαίας, αφοσιωμένης αγάπης στα πλαίσια ενός δεσμού, σκοπού και ρόλου.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 22:15: Col 3:9  Apoc 21:8

Apoc 22:15: Col 3:9  Apoc 21:8

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Love, Like, Kiss, Lip, Osculate.

Φιλέω, , f. ήσω, pf. πεφίληκα, to love, have an affection for; to like; to be attached to; to kiss, Xen. Cyr. i, 3, 8; to entertain in a friendly way, Odys. viii, 42; to be accustomed, to be wont, Thucyd. iii, 42; φιλεῖ γίγνεσθαι, usually happens, Aristoph. Nub. 809; ὅπερ φίλει τά μεγάλα στρατόπεδα ἐν ταῖς προσόδοις ποιεῖν, which large armies usually do in their advance to battle, Thucyd. v, 70; Æschyl. Ag. 801; mid. φιλέομαι, οῦμαι, to entertain a mutual affection for one another, Xen.; 1. a. ἐφίλησα, 1. a. inf. act. φιλῆσαι, pf. pas. πεφίλημαι. Besides the regular aor. ἐφίλησα, Homer uses in a active sense the Epic aor. ἐφιλάμην, 3. sing. ἐφίλατο, φίλατο, Il. v, 61; imperat. φῖλαι, which Wolf writers φίλαι, subj. φίλωνται· but φίλατο, as a passive, Ap. Rhod. iii, 66; Epic inf. pres. φιλήμεναι, inf. f. φιλήσεμεν, Ion. impf. φιλέεσκε, 2. pres. φίλησθα for φιλεῖς, Sappho; 1. a. pas. ἐφιλήθην, Plat. Phœdr. 253, C. Th. φίλος.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Diligo, Amo, Osculor, Solet.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Küssen, Busseln, Streifen.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Baciare, Baciarsi.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Embrasser, S'embrasser, Donner un baiser, Toucher légèrement.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Besar, Dar un beso.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Beijo.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Liefde, Als, Kiss, Lip, Osculeren.