Ευρετήριο

Χορτάζω




ΡΙΖΑ: ΧΟΡΤΟΣ, ΧΟΡΤΑΔ-J-Ω, ΧΟΡΤΑΖΩ, β) ΙΝΔ/Ε: GHER.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Τρέφω, χορταίνω, ικανοποιώ την πείνα κάποιου.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Χόρτος.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Βόσκω Mat 8:30, Πίμπλημι Luk 5:7, Ἐμπίπλω Act 14:17, Πληρῶ Joh 12:3, Ἐμπίπλημι Rom 15:24, Ποιμένω Luk 17:7, Τρέφω Luk 4:16, Ψωμίζω Rom 12:20, Γεμίζω Mar 4:37, Κορέννυμι 1Co 4:8, Μεστῶ Act 2:13.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Πεινῶ Mat 4:2, Luk 6:21, 25, Phl 4:12, Νηστεύω Mat 9:14, 15, Νηστεία 2Co 6:5, 11:27.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ρήμα α΄ συζυγίας, βαρύτονο.

ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ:

Ενεστ. χορτάζω, Πρτ. ἐχόρταζον, Μέλ. χορτάσω, Αόρ. ἐχόρτασα, Πρκ. κεχόρτακα.

Μέσ. Ενεστ. χορτάζομαι, Πρτ. ἐχορταζόμην, Μελ. παθ. χορτασθήσομαι, Αόρ. παθ. ἐχορτάσθην, Πρκ. κεχόρτασμαι.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΡΗΜΑΤΑ.

ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:

1) Χορτάζω

Α) Μεταβατικό

i) + αιτ.: χορταίνω κάποιον (Mat 15:33…Ὥστε χορτᾶσαι ὄχλον τοσοῦτον;).

2) Χορτάζομαι

Α) Αμετάβατο: χορταίνω (Jac 2:6…Θερμαίνεσθε καὶ χορτάζεσθε…).

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνικό Συντακτικό ΣΥΝΤΑΞΙΣ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Ἐχορτάσθησαν: γ΄  πληθυντικό οριστικής αορίστου α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

2) Ἐχορτασθῆτε:  β΄ πληθυντικό οριστικής αορίστου α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

3) Χορτάζεσθαι: απαρέμφατο ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

4) Χορτάζεσθε: β΄ πληθυντικό οριστικής ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

5) Χορτᾶσαι: απαρέμφατο αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

6) Χορτασθῆναι: απαρέμφατο αορίστου α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

7) Χορτασθήσεσθε: β΄ πληθυντικό οριστικής μέλλοντα α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

8) Χορτασθήσονται: γ΄ πληθυντικό οριστικής μέλλοντα α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΕΔΑΦΙΑ:

Apoc 19:21: «καὶ οἱ λοιποὶ ἀπεκτάνθησαν ἐν τῇ ῥομφαίᾳ τοῦ καθημένου ἐπὶ τοῦ ἵππου τῇ ἐξελθούσῃ ἐκ τοῦ στόματος αὐτοῦ, καὶ πάντα τὰ ὄρνεα ἐχορτάσθησαν ἐκ τῶν σαρκῶν αὐτῶν.»

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 19:21: Jek 39:4  Apoc 19:17

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Feed, Fill, Satisfy with food.

Χορτάζω, f. άσω, to feed with grass, herbs, hay; to feed, Aristoph. Pac. 139; τί ἄν αὐτάς ἄλλο ἤ ταῦτα ἐχόρταζες; how else would you feed them? Plat. Polit. ii, 13; it here has two accusatives; to fill or satisfy with food; to glut; 1. a. ἐχόρτασα, ας, ε, pres. pas. χορτάζομαι, to be satisfied with food; pf. pas. κεχόρτασμαι. Fr. χόρτος.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Alo, Nutrio, Saturo, Satio, Gramine Parsco, Sagino, Hortus, Saturare, Satiari.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Füttern, Sättige mit Lebensmitteln.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Alimentare, Riempimento, Soddisfare i con il cibo.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Nourrir, Remplir, Satisfaire avec de la nourriture.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Alimentar, Relleno, Satisfaga con alimentos.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Alimente, Preenchimento, Satisfazer com comida.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Feed, Vullen, Voldoen met voedsel.