Ευρετήριο

Χόρτος




ΡΙΖΑ:<*GHOR-, ετεροιωμένη βαθμίδα του Ι.Ε.* GHER- "κρατώ, περιβάλλω", πβ. λατ. HORTUS "κήπος".

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Χορτάρι.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Χορτάζω Mat 5:6, Χόρτασμα Act 7:11.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Τροφή Mat 3:4, Τρέφω Mat 6:26, Βοσκῶ Mat 8:30, Ποιμάνω Luk 17:7, Ποτίζω 1Co 3:2, Ζῶον 2Pe 2:12, Καλάμη 1Co 3:12, Γῆ Jac 5:7, Βοτάνη Heb 6:7.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Ἄκαρπος Mat 13:22, Ἄκανθα Mat 7:16.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ουσιαστικό β΄ κλίσης, αρσενικού γένους: Χόρτος, -ου.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Χόρτον: αιτιατική ενικού.

2) Χόρτος: ονομαστική ενικού.

3) Χόρτου: γενική ενικού.

4) Χόρτῳ: δοτική ενικού.

ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΕΔΑΦΙΑ:

Apoc 8:7: «Καὶ ὁ πρῶτος ἐσάλπισεν· καὶ ἐγένετο χάλαζα καὶ πῦρ μεμιγμένα ἐν αἵματι καὶ ἐβλήθη εἰς τὴν γῆν, καὶ τὸ τρίτον τῆς γῆς κατεκάη καὶ τὸ τρίτον τῶν δένδρων κατεκάη καὶ πᾶς χόρτος χλωρὸς κατεκάη.»

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 8:7: Exo 9:23  Joe 2:30  Deu 4:24  Psa 97:3  Heb 12:29  Hsa 40:6




1) Η λ. Χόρτον στο εδάφιο 1Co 3:12 μεταφέρει μια εικόνα ενός αντικειμένου (ως θεμέλιον) με την αρμόζουσα σημασία. Πρόκειται για ένα λογοτεχνικό χαρακτηριστικό της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας το οποίο περιλαμβάνεται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

2) Η λ. Χόρτου στο εδάφιο Mat 6:30 μεταφέρει μια εικόνα βλάστησης η οποία περιλαμβάνεται σε μια αναφορά που έχει η επίδραση της φύσης στο θέμα αυτό, στο οποίο προδίδει το αίσθημα της εξαιρετικής εκτίμησης που είχαν στη φύση οι θεόπνευστοι συγγραφείς των Χριστιανικών Ελληνικών Γραφών (Καινή Διαθήκη). Ως περιγραφή αποτελεί λογοτεχνικό χαρακτηριστικό της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας το οποίο περιλαμβάνεται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

3) Η λ. Χόρτος στο εδάφιο 1Pe 1:24 αποτελεί παραπομπή από σχετικό εδάφιο Εβρ. Γραφ. (Ο΄ Hsa 40:6-8).

4) Η λ. Χόρτος χρησιμοποιείται σε μοναδική αναγραφή στο πρωτότυπο κείμενο των Χριστιανικών Ελληνικών Γραφών (Καινή Διαθήκη).

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Blade, Grass, Hay.

Χόρτος, ου, , originally, an inclosed place where, cattle were fed and provender was kept, an inclosure, a court-yard, αὐλῆς ἐν χόρτῳ, Il. xi, 773; a lion’s den, Pind. Olymp. xiii, 62; hay, Xen. Anab. i, 5, 5, which is χόρτος κοῦφος, Id. i, 5, 10; grass, fodder, green herbs; also, food. There can be no doubt that the Latin words hortus, chors, cors, cohors, corona, are all connected with χορός and χόρτος, and derived from one common root, denoting a circular object.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Hortus, Foenum, Herba.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Gras.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Erba.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Herbe.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Hierba.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Grama.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Gras.