Ευρετήριο

Χοῦς




ΡΙΖΑ: <*ΧΟF-ΟΣ, θ. XOF- ετεροιωμένη βαθμίδα της ρ. από όπου προέρχεται τα ρήμα ΧΕΩ.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Χώμα, κονιορτός.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Χοϊκό 1Co 15:47, Ἐκχέω Mat 9:17.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Κονιορτός Mat 10:14, Γῆ Mar 4:31, Ὕλη Jac 3:5, Χαμαί Joh 9:16, Ἐπίγειος Joh 3:12, Τάφος Mat 23:27, 29, Ἐκτινάσσω.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Πνεῦμα Act 5:32, 15:28, 6:3.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ουσιαστικό γ΄ κλίσης, αρσενικού γένους: Χοῦς, χοός.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Χοῦν: Αιτιατική ενικού.

ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΕΔΑΦΙΑ:

Apoc 18:19: «καὶ ἔβαλον χοῦν ἐπὶ τὰς κεφαλὰς αὐτῶν καὶ ἔκραζον κλαίοντες καὶ πενθοῦντες λέγοντες· οὐαὶ οὐαί, ἡ πόλις ἡ μεγάλη, ἐν ᾗ ἐπλούτησαν πάντες οἱ ἔχοντες τὰ πλοῖα ἐν τῇ θαλάσσῃ ἐκ τῆς τιμιότητος αὐτῆς, ὅτι μιᾷ ὥρᾳ ἠρημώθη.»

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 18:19: 1 Sa 4:12  Jek 27:30  Jek 27:9  Jek 27:33  Hsa 47:11  Jer 51:55

1) Η λ. Χοῦς χρησιμοποιείται σπάνια στο πρωτότυπο κείμενο των Χριστιανικών Ελληνικών Γραφών (Καινή Διαθήκη).

2) Κονιορτός, σκόνη, Mar 6:11.

3) Xοῦς θανάτου, o τάφος, Εβδομήκοντα (Ο΄) Psa 21:15· πρβλ. Ἡσύχ., Σουΐδ.

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Soil, Dust.

Χοῦς, οός, , earth heaped up, a mound; acc. χοῦν. Th. χέω.

Χόος, contract. οῦς, ου, ὁ, also gen. χοός, dat. χοΐ, acc. χοά and χοῦν· nom. pl. χόες, dat. χουσί, acc. χόας, a bank, earth heaped up, Herodt. i, 150; a mound, Thucyd. ii, 76; an entrenchment; a tomb. Fr. χέω. Also

Χόος, contract. οῦς, ου, ὁ, also gen. χοός, dat. χοῖ, a measure of liquds containing about a gallon; a vessel in which water is brought for the hands; an ewer.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Solum, Pulvis.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Boden, Schmutz, Staub.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Suolo, Polvere.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Sol, La Poussière.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Suelo, Tierra, El Polvo.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Solo, Poeira.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Bodem, Aarde, Stof.