Ευρετήριο

Χρόνος




ΡΙΖΑ: Αβεβαίου ετύμου, ίσως<*GHR-ONOS<Ι.Ε. *GHER- «αποκτώ, κρατώ».

ΕΡΜΗΝΕΙΑ:

1) Χρόνος, χρονικό διάστημα, χρονική περίοδος, καιρός.

2) Το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα του ενός έτους, έτος.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Χρονίζω Mat 24:48, Χρονοτριβῶ Act 20:16.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Καιρῷ Mat 11:25, Πρόσκαιρον Mar 4:17, Heb 11:25, Ὧρα Joh 5:35, Εὐκαίρου Mar 4:11, Εὔκαιρον Heb 4:16, Ὀλίγον 1Pe 1:6, Apoc 17:10, Βραχύ Act 5:34, Διάστημα Act 5:7, Ἄχρι Apoc 14:20, Heb 3:13, Παρωχημέναις Act 14:16, Ἤδη Joh 11:39, Διὰ Gal 2:1, Νῦν 1Co 16:12, Πάλαι, Πολυμερῶς καὶ πολυτρόπως Heb 1:1, Σήμερον Heb 1:5, Ἡμέρας Luk 9:51, Μέλλον 1Τi 6:19, Νῦν Mar 10:30, Ἀπό τότε Mat 4:17, 16:21, Ἐκ τούτου Joh 6:66, Ἑκάστοτε 2Pe 1:15, Πώποτε Joh 1:18, Μήποτε Heb 2:1, Οὐδέποτε 1Co 13:8, Εὐκαιρέω Act 17:21, Προθεσμίας Gal 4:2, Ἐπί πολύ Act 28:6, Εἰ πάλαι Mar 15:44, Ἀναβολή Act 25:17, Ἕως οὗ Mat 14:22, Ὥς Luk 24:32, (Ἕως) ὅτου Mat 5:25, Ἱκανόν Act 20:11, Ὅταν 1Co 3:4, Ὅτε Joh 17:12, Ἐν τῷ μεταξύ Joh 4:31, Μὴ ὀκνήσῃς διελθεῖν ἕως ἡμῶν Act 9:38.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Αἰώνιος Rom 16:25, 26, 2Co 4:17, 18, 5:1, Εὐκαίρως, Ἀκαίρως 2Ti 4:2, Ἀπείρως 2Ti 4:2, Σπεύδω Luk 2:16, Βιάζομαι Mat 11:12.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ουσιαστικό β΄ κλίσης, αρσενικού γένους: Χρόνος -ου.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Χρόνοις: δοτική πληθυντικού.

2) Χρόνον: αιτιατική ενικού.

3) Χρόνος: ονομαστική ενικού.

4) Χρόνου: γενική ενικού.

5) Χρόνους: αιτιατική πληθυντικού.

6) Χρόνῳ: δοτική ενικού.

7) Χρόνων: γενική πληθυντικού.

ΕΞΕΙΚΟΝΙΣΤΙΚΗ ΛΕΚΤΙΚΗ ΦΡΑΣΕΟΛΟΓΙΑ:

Χρόνος (οὐκ ἔτι ἔσται) (Apoc 10:6)

Η λέξη «καθυστέρηση» σε αυτό το εδάφιο αποδίδει τη λέξη του πρωτότυπου ελληνικού κειμένου χρόνος. Έτσι λοιπόν, μερικοί πιστεύουν ότι αυτή η διακήρυξη του αγγέλου πρέπει να αποδοθεί: «Χρόνος πια δεν θα υπάρχει», με την έννοια ότι ο χρόνος, όπως τον γνωρίζουμε, πρόκειται να τερματιστεί.

Αλλά εδώ η λέξη χρόνος χρησιμοποιείται χωρίς οριστικό άρθρο. Επομένως, δεν σημαίνει το χρόνο γενικά αλλά, αντιθέτως, «έναν καιρό» ή «μια περίοδο χρόνου». Με άλλα λόγια, δεν θα υπάρξει καμιά περαιτέρω περίοδος χρόνου (ή καθυστέρηση) από μέρους του Ιεχωβά. Ένα παράγωγο της λέξης χρόνος χρησιμοποιείται και στο εδάφιο Heb 10:37, όπου ο Παύλος, παραθέτοντας από τα εδάφια Αββακούμ 2:3, 4, γράφει ότι «αυτός που έρχεται ... δεν θα καθυστερήσει [χρονίσει, Κείμενο]».

ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΥΣΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ:

Η λ. χρόνος ως θεμελιώδης έννοια αποτελεί και εκφράζει τη διάρκεια της ύπαρξης, της εκδήλωσης και της διαδρομής των πάσης φύσεως ενεργειών, φαινομένων, συνθηκών, καταστάσεων κ.λπ., τα οποία υφίστανται και επικρατούν σε μια δεδομένη στιγμή και αποτυπώνονται χρονικά σ’ ένα ημερολόγιο.

Το ημερολόγιο είναι ένα μεθοδικό σύστημα μέτρησης του χρόνου σύμφωνα με το οποίο ο χρόνος χωρίζεται σε ημέρες, εβδομάδες, μῆνες και χρόνια (έτη). Κάθε «ημέρα» έχει 24 ώρες (δώδεκα φως και δώδεκα νύχτα, σκοτάδι (κατά μέσο όρο). Κάθε «εβδομάδα» υποδιαιρείται σε 7 ημέρες, κάθε «μήνας» σε 30 ημέρες και κάθε «χρόνος» (έτος) σε 12 μήνες. Σημειώνεται ότι οι υποδιαιρέσεις αυτές αναφέρονται κατά μικρή προσέγγιση επαλήθευσης για στρογγυλοποίηση στην αναφορά των νοημάτων, έξω από καθοδήγηση συγκεκριμένων ιστορικών, θρησκευτικών, πολιτικών ή άλλης φύσεως και μορφής γεγονότων (παραβ. Gal 4:9-11, Col 2:16,17).

Τέλος επισημαίνεται ότι τα κείμενα (Π.Δ./Ε.Γ.-Ο΄) αναφέρουν ημερολόγια με ανάλογο θρησκευτικό, πολιτικό ή γεωργικό διαχωρισμό (παραβ. Ο΄ Exo 23:16, 34:22, Lev 23:34, Deu 16:13).

ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΤΙΚΕΣ ΦΡΑΣΕΙΣ-ΕΔΑΦΙΑ:

Mat 24:21: «Ἕως τοῦ νῦν».

Act 24:25: «Τὸ νῦν ἔχον».

Luk 12:1: «Ἐν οῖς».

2Pe 1:15 «Μνήμην ποιεῖσθαι».

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 10:6: Hsa 46:13  Jek 12:25  Hab 2:3

Apoc 20:3: Apoc 20:7

ΕΒΔΟΜΗΚΟΝΤΑ Ο΄: Gen 26:1,15, Exo 14:13, Deu 12:19, 22:19, Hsa 51:8, 54:9.

1) α) ΑΓΓΛΙΚΕΣ ΛΕΞΕΙΣ ΜΕ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΙΖΑ: Chronos.

β) ΑΓΓΛΙΚΑ: Time, Delay, Season, Space, Year, While.

Χρόνος, ου, , time, duration, age, period of life, Soph. Phil. 306; χρόνῳ παλαιοί, old men, Id. Œd. C. 112; delay, continuance; διὰ χρόνου, after a long time, after an interval of time; ἀνὰ χρόνον, and ἐπὶ χρόνον, for some time; τὸν ἀεὶ χρόνον, for some time; τὸν ἀεὶ χρόνον, for ever; ἐν ῥητῷ χρόνῳ, at the appointed time, Æschin. c. Ctes. in Coll. Maj. iii, 39; καὶ προϊόντος τοῦ χρόνου, and in the progress of time, Id. 21; ἐν χρόνῳ γνώσει, you shall know in time, Soph. Œd. T. 613; τοῦ λοιποῦ χρόνου, hereafter, Soph. Electr. 807; χρόνῳ δέ, at length; χρόνῳ πολλῷ, after a long time; ἐν τῷ ἔμπροσθεν χρόνῳ, formerly; χρόνῳ ποτέ, at length; by the later writers it is used for a year; χρόνῳ, adv. by degrees, at length; in the plural, χρόνοι, periods of time; ἕως ἀ`ν δή τινες χρόνοι γένωνται, until certain periods elapse, Plat. Phœd. § 151. Χρόνος is sometimes personified, Χρόνος εὐμαρὴς θεός, Soph. Electr. 173.

χρόνος, ὁ,

time, Hom. (v. infr.), etc.: dist. fr. καιρός, D.59.35, cf. Ammon.Diff.p.79 V.; τῶν δὲ πεπραγμένων ἀποίητον οὐδ' ἂν χ. δύναιτο θέμεν τέλος P.O.2.17; μυρίος χ. Id.I.5(4).28, S.OC618; μακρὸς κἀναρίθμητος χ. Id.Aj.646; ὁ πᾶς χ. Pi.P.1.46, cf. A.Eu.484; πρόπας χ. ib.898; ἐς τὸ πᾶν χρόνου ib.670; but in Prose, τοῦ χ. τὸν πλεῖστον Th.1.30, cf. Isoc.9.41; τὸν πρῶτον τοῦ χ. X.Lac.1.5; τὸν δι' αἰῶνος χ. A.Ag.554; χρόνου πολλοῦ δέονται take a long time, X. Smp.2.4, etc.; δότε τι τῷ χ. Antipho 5.86.

time in the abstract, ἀμερὴς χ. Timo 76; τριμερής S.E.M.10.197, cf. Plu.2.153b; defined by Zeno Stoic.1.26, Apollod. ib.3.260.

a definite time, period, δεκέτης, τρίμηνος, S.Ph.715 (lyr.), Tr.164; χ. βίου, ἥβης χ., E.Alc. 670, El.20; πολὺν ἀριθμὸν χρόνου γεγονότες Aeschin.1.49: pl., of points or periods of time, τοῖς χ. ἀκριβῶς with chronological accuracy, Th.1.97; τοῖς χ. by the dates, Isoc.11.36; μετενεγκόντα τοὺς χ. altering the dates, D.18.225; μακρῶν καὶ πολλῶν χρόνων Pl.Lg.798b; τεσσαράκοντα χρόνους ἐνιαυτῶν IG5(1).728.7 (Sparta), cf. 14.1747.3 (Rome); χρόνων μῆκος (dub., leg. χρόνου) Chor.35.51 p.403 F.-R.

date, term of payment due, Leg.Gort.1.10, al.

year, Ἑλληνικά 1.233 (Rhamnus, i B. C.), PLond.2.417.14 (iv A. D.), App.Anth.6.154.1 (leg. εἷς ἔτι), Ps.-Ptol.Centil.24, cf. EM 254.13.

equatorial degree, Ptol.Tetr.44, Paul.Al.A.2, al., Cat.Cod.Astr.5(1).240.

Special phrases:

acc., χρόνον for a while, for a long or short time, Od.4.599, 6.295, Hdt.1.175, 7.223, etc.; πολὺν χρόνον for a long time, Od.11.161; δηρὸν χ. Il.14.206; οὐκ ὀλίγον χ. 19.157; τοῦτον τὸν χ. Hdt.1.75; ἐς τὸν αἰὲν χ. for ever, E.Or.207 (lyr.); οὐ πολὺς χ. ἐξ οὗ . . Pl.R.452c; παλαιὸς ἀφ' οὗ χρόνος S.Aj.600 (lyr.); ἦν χρόνος ἐν ᾧ . . , or ὅτε . . , Linusap.D.L.Prooem.4, Critias 25.1 D.; ἕνα χ. once for all, Il.15.511.

gen., χρόνου περιιόντος as time came round, Hdt. 4.155; so χ. ἐπιγενομένου, διεξελθόντος, προβαίνοντος, Id.1.28, 2.52, 3.53; χρόνου γενομένου after a time, D.S.20.109; ὀλίγου χρόνου in a short time, Hdt.3.134; πολλοῦ . . οὐχ ἑόρακά πω χρόνου Ar. Pl.98; οὐ μακροῦ χ., τοῦ λοιποῦ χ., S.El.478 (lyr.), 817; βαιοῦ κοὐχὶ μυρίου χ. Id.OC397; ποίου χρόνου; A.Ag.278; πόσου χ.; after how long? Ar.Ach.83.

dat., χρόνῳ in process of time, Xenoph.18, Hdt.1.80, 176, al.: freq. in Trag., as A.Ag.126,463, Ch.650 (all lyr.); also χρόνῳ κοτέ Hdt.9.62; τῷ χ. ποτέ Ar.Nu.865; χρόνῳ, χρόνοις ὕστερον, long after, Th.1.8, Lys.3.39; οὐ χρόνῳ immediately, Ps.Democr.Alch.p.49B.: also c. Art., τῷ χ. Ar.Nu.66, 1242.

ὁ ἄλλος χ., in Att., of past time, D.20.16, ὁ λοιπὸς χ., of future, v. λοιπός 3; so χ. ἐφέρπων, ἐπαντέλλων, μέλλων, Pi.O.6.97, 8.28, 10(11).7; also κατὰ χ. ἱκνούμενον or κατὰ χ. <τὸν> ἱ. at a later (or the fitting) time, Ant.Lib.27.4 (cf. ἱκνέομαι 111.2).

with Preps.:—ἀνὰ χρόνον in course of time, after a time, Hdt.1.173, 2.151, 5.27, al.

ἀφ' οὗ χρόνου from such time as . . , X.Cyr.1.2.13.

διὰ χρόνου after a time, after an interval, S.Ph.758, Ar.Lys.904, Pl.1055, Th.2.94; διὰ χρόνου πολλοῦ Hdt.3.27; διὰ π. χ. Ar.V.1476; διὰ μακρῶν χρόνων Pl.Ti.22d: but χρόνος . . διὰ χρόνου προὔβαινέ μοι means one space of time after another, day after day, S.Ph.285.

ἐκ πολλοῦ τευ χ. a long time since, long ago, Hdt.2.58.

ἐν χρόνῳ, like χρόνῳ, in course of time, at length, A.Eu.1000 (lyr.); for a long time, Pl.Phdr.278d; ἐν πολλῷ χρόνῳ ib.228a; ἐν χρόνοισι perh. formerly, [Emp.]Sphaer.108 (leg. Κάρπιμος).

ἐντὸς χρόνου within a certain time, Hdt.8.104.

ἐπὶ χρόνον for a time, for a while, Il.2.299, Od.14.193, Hdt.1.116; πολλὸν ἐπὶ χ. Od.12.407; χρόνον ἐπὶ μακρόν Hdt.1.81; παυρίδιον or παῦρον ἐπὶ χ., Hes.Op.133, 326.

ἐς χρόνον hereafter, Hdt.3.72, 9.89.

μετὰ χρόνον after a time, Id.2.52, etc.; μέχρι τοῦ αὐτοῦ χ. up to the same time, Th.1.13.

πρὸ τοῦ καθήκοντος χ. Aeschin.3.126; so τοῦ χρόνου πρόσθεν S.Ant.461.

σὺν (ξὺν) χρόνῳ, like χρόνῳ or διὰ χρόνου, A.Ag.1378, Eu.555 (lyr.).

ὑπὸ χρόνου by lapse of time, Th. 1.21: but ὑπὸ αὐτὸν τὸν χ. about the same time, Hdt.7.165, cf. Th.1.100 (pl.).

lifetime, age, ὁ μακρὸς ἀνθρώπων χρόνος S.Ph. 306; χρόνῳ παλαιοί Id.OC112; χρόνῳ μείων ib.374; τοσόσδε τῷ χ. so far gone in years, Pl.Ax.365b; χρόνῳ βραδύς S.OC875.

season or portion of the year, περιγράψαι τοῦ ἔτους χρόνον X.Mem.1.4.12.

delay, οὐδ' ἐποίησαν (fort. ἐνεποίησαν) χ. οὐδένα D.19.163; χρόνον δ' αἱ νύκτες ἔχοντι linger, Theoc.21.25; χρόνους ἐμποιεῖν to interpose delays, D.23.93.

Gramm.,

tense of a verb, D.H.Th.24, A.D.Adv.123.17, D.T.638.3.

time or quantity of a syllable, Longin.39.4, A.D.Synt.130.4, al.: βραχὺς χ. a short syllable, ib.309.23; of the augment, ib.237.10.

in Rhythmic and Music, time, διαιρεῖται ὁ χ. ὑπὸ τῶν ῥυθμιζομένων Aristox.Rhyth.p.79 W., etc.; ὁ πρῶτος [χ.] time-unit, ibid., Aristid. Quint.1.14, etc.; χρόνος κενός ib.18: freq. in pl., λέξις εἰς χρόνους τεθεῖσα διαφέροντας Aristox.Rhyth.p.77 W., cf. Anon.Rhythm.Oxy. 9ii6; [μέτρα] προχωρεῖ ἕως λ χρόνων Aristid.Quint.1.23.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Tempus, Dies, Aetas, Aevus, Aevum, Memoria, Momentum, Hora, Mora, Stlocus, Locus, Occasio, Modus, Modicum, Percussio, Obcasio, Aevitas, Maturitas.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Zeit, Mal, Zeitpunkt, Dauer, Laufzeit, Stunde, Takt, Tempo, Spielraum.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Tempo, Volta, Momento, Ora, Periodo, Orario, Termine, Epoca, Misura.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Temps, Moment, Fois, Heure, Epoque, Saison, Rendez-Vous.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Tiempo, Vez, Momento, Hora, Época, Tiempos, Plazo, Período, Ocasión, Rato, Jornada, Instante, Temporada, Reloj, Fase, Compás.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Tempo, Vez, Hora, Momento, Época, Período, Prazo, Data, Ocasião, Duração, Espaço De Tempo, Ritmo, Compasso, Folga.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Tijd, Vertraging, Seizoen, Ruimte, Jaar, Terwijl.