Ευρετήριο

Χρυσός



ΡΙΖΑ: <σημιτικό δάνειο, πβ. εβρ. HARUS.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Χρυσός, χρυσάφι.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Χρυσίον Act 3:6, Χρυσοῦς 2 Ti 2:20, Χρυσοδακτύλιος Jac 2:2, Χρυσόπρασος Apoc 21:20.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Πολύτιμος Mat 13:46.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Ἄργυρς Mat 10:9, Ξύλινος, Ὀστράκινος 2Ti 2:20.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ουσιαστικό β΄ κλίσης, αρσενικού γένους: Χρυσός, -οῦ.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Χρυσόν: αιτιατική ενικού.

2) Χρυσός: ονομαστική ενικού.

3) Χρυσῷ: δοτική ενικού.

ΛΕΞΙΚΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ:

Apoc 4:6: «κα νπιον το θρνου ς θλασσα αλνη μοα κρυστλλ. Κα ν μσ το θρνου κα κκλ το θρνου τσσαρα ζα γμοντα φθαλμν μπροσθεν κα πισθεν.»

Apoc 5:8: «Κα τε λαβεν τ βιβλον, τ τσσαρα ζα κα ο εκοσι τσσαρες πρεσβτεροι πεσαν νπιον το ρνου χοντες καστος κιθραν κα φιλας χρυσς γεμοσας θυμιαμτων, α εσιν α προσευχα τν γων»

Apoc 18:11-13: «Κα ο μποροι τς γς κλαουσιν κα πενθοσιν π ατν, τι τν γμον ατν οδες γορζει οκτι γμον χρυσο κα ργρου κα λθου τιμου κα μαργαριτν κα βυσσνου κα πορφρας κα σιρικο κα κοκκνου, κα πν ξλον θϊνον κα πν σκεος λεφντινον κα πν σκεος κ ξλου τιμιωττου κα χαλκο κα σιδρου κα μαρμρου, κα κιννμωμον κα μωμον κα θυμιματα κα μρον κα λβανον κα ονον κα λαιον κα σεμδαλιν κα στον κα κτνη κα πρβατα, κα ππων κα εδν κα σωμτων, κα ψυχς νθρπων.»

Όλα τα πολύτιμα πράγματα και αντικείμενα, κατά τους ιστορικούς της εποχής, ήταν είδη πολυτελείας, τα οποία πωλούσαν οι έμποροι σε πολύ υψηλές τιμές, όπως π.χ. τα μαργαριτάρια και η πορφύρα (παραβ. Mat 13:46). Πελάτες στους εμπρόρους ειδών πολυτελείας ήταν οι ηγεμόνες, οι εξέχοντες πολίτες και τα επιφανή πρόσωπα. Γνωστή «πορφυροπῶλις» ήταν η Λυδία από τα Θυάτειρα που έμενε στους Φιλίππους (Act 16:14,40).

Σχετικά με όλα αυτά, ο θεόπνευστος Λόγος του Θεού αναφέρει: «Ὡσαύτως [καὶ] γυναῖκας ἐν καταστολῇ κοσμίῳ μετὰ αἰδοῦς καὶ σωφροσύνης κοσμεῖν ἑαυτάς, μὴ ἐν πλέγμασιν καὶ χρυσίῳ ἢ μαργαρίταις ἢ ἱματισμῷ πολυτελεῖ» (1Ti 2:9).

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 9:7: Joe 2:4  Joe 2:6

Apoc 18:12: Jek 27:12  Jek 27:22

1) Η λ. Χρυσόν στο εδάφιο 1Co 3:12 μεταφέρει μια εικόνα ενός αντικειμένου (ως θεμέλιον) με την αρμόζουσα σημασία. Πρόκειται για ένα λογοτεχνικό χαρακτηριστικό της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας το οποίο περιλαμβάνεται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

2) Η λ. Χρυσόν στο εδάφιο Mat 2:11 περιλαμβάνεται σε μια «πρόταση κατά παράταξη» αντί της «σύνταξης καθ’ υπόταξη». Πρόκειται για ένα λογοτεχνικό χαρακτηριστικό της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας το οποίο περιλαμβάνεται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Gold.

Χρυσός, οῦ, , gold, Demosth. 122, 2; Eurip. Hec. 10; gold coin, Xen. Cyr. i, 6, 19; wrought gold; gold plate; a gold ring; λευκός χρυσός, impure gold, i. e. a mixture of gold and silver; χρυσός ἄπεφθος, pure gold, i. e. gold purified by fire. See Schweighäuser’s note to Herodt. i, 50.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Aurum.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Gold.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Oro.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Or.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Oro.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Ouro.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Goud.