Ευρετήριο

Εὐαγγέλιον





ΡΙΖΑ: < ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ < ΕΥ + ΑΓΓΕΛΟΣ (βλ. ΕΙΔ. ΧΑΡΑΚΤΗΡ. ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ 1) (βλ.λ. ΕΥ και ΑΓΓΕΛΟΣ).

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Καλή είδηση, χαρμόσυνη αγγελία, ευαγγέλιο.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Ἄγγελος Mat 13:41, Καταγγέλλω 1Co 9:14, Εὐαγγελιστής Eph 4:11, Εὐαγγελίζω 1Co 15:1, Ἀγγελία 1 Jo 3:11, Προευαγγελίζομαι Gal 3:8.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Κηρύττω (Κηρύσσω) Mat 24:14, Col 1:23, Μαρτύρομαι Act 20:26, Μαρτυρία Joh 8:17, Μαρτύριον Mat 24:14, Κράζω Luk 19:40.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Ἀπιστος 1Co 15:11, 1Ti 3:16, Σιωπῶ Luk 19:40.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ουσιαστικό β΄ κλίσης, ουδετέρου γένους: Εὐαγγέλιον -ου.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Εὐαγγέλιον: Ονομαστική ή αιτιατική ενικού.

2) Εὐαγγελίου: Γενική ενικού.

3) Εὐαγγελίῳ: Δοτική ενικού.

ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΕΔΑΦΙΑ:

Apoc 14:6: «Καὶ εἶδον ἄλλον ἄγγελον πετόμενον ἐν μεσουρανήματι, ἔχοντα εὐαγγέλιον αἰώνιον εὐαγγελίσαι ἐπὶ τοὺς καθημένους ἐπὶ τῆς γῆς καὶ ἐπὶ πᾶν ἔθνος καὶ φυλὴν καὶ γλῶσσαν καὶ λαόν».

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 14:6: Mar 13:10

1) Η σύνθετη αυτή λ. Εὐαγγέλιον (βλ. ΡΙΖΑ) αποτελεί (ως σύνθεση) ένα από τα γνωρίσματα της "Κοινής" Ελλην. Γλώσσας. Χρησιμοποιείται σπάνια στο κείμενο των Χριστιαν. Ελλην. Γραφών (Καινή Διαθήκη).

2) Η λ. Εὐαγγέλιον στο εδάφιο Eph 6:15 μεταφέρει εικόνα και παρομοίωση από την καθημερινή ζωή των βιβλικών χρόνων (εδώ από τη στρατιωτική ζωή). Αναφέρεται ως ένα λογοτεχνικό χαρακτηριστικό του (πρωτότυπου) κειμένου των Χριστιαν. Ελλην. Γραφών (Καινής Διαθήκης).

3) Η σημασία της λ. Εὐαγγέλιον στο κείμενο των Χριστιαν. Ελλην. Γραφών (Καινή Διαθήκη) έχει πάρει ένα ιδιαίτερο "Χριστιανικό" νόημα επειδή δημιουργήθηκε (ή διευρύνθηκε) από θεόπνευστους συγγραφείς οι οποίοι ήταν χρισμένοι αφιερωμένοι χριστιανοί.

4) Με τη Χριστιανική έννοια, η αγαθή αγγελία, το Ευαγγέλιο της απολύτρωσης του ανθρώπου, Mat 4:23, Mar 1:1, Act 15:7,24, Rom 2:16, 1Pe 4:17 κ.λπ.

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Gospel.

Εὐαγγέλιον, ου, τό, good news or tidings; the reward of good news, Odys. xiv, 152, 166; Aristoph. Plut. 765; a joyful message; in N. T., the gospel, the preaching of the gospel; the promises of the gospel; εὐαγγέλια, ων, τά, sacrifices offered for good things, Xen. Hist. iv, 3, 7; I, 6, 26. Fr. εὖ and ἀγγέλια.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Evangelium.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Gospel.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Vangelo.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Gospel.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Evangelio.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Evangelho.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Evangelie.