Ευρετήριο

Ζήω, -ῶ




ΡΙΖΑ: < ΙΝΔ/Ε *GWYO «ζω» < *GWIY-O > ΒΙΟΣ.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ:

1) Ζω, βρίσκομαι στη ζωή.

2) Διάγω βίον, περνώ τη ζωή μου συμπεριφερόμενος με κάποιον τρόπο.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Ζωή Joh 14:6, Ζωοποιῶ Joh 5:21, Συνζωοποιῶ Eph 2:5, Col 2:13, Ζωογονῶ Luk 17:33, Συνζῶ Rom 6:8, Ἀναζῶ Luk 15:24.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Διάγω Tit 3:3, Ὑπάρχω Luk 7:25, Ψυχή Joh 13:37, 15:13, Βιῶ 1Pe 4:2, Ἐσθίω 1Co 9:13, Σπαταλῶ 1Ti 5:6.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Ἀποθνήσκω Rom 8:13, 1Co 15:3.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ρήμα α΄ συζυγίας, συνηρημένο σε -ήω, -ω.

ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ:

Ενεστ. ζῶ, Πρτ. ἔζων, Μέλ. ζήσω και ζήσομαι, Αόρ. ἔζησα.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΡΗΜΑΤΑ.

ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:

1) Ζῶ

Α) Αμετάβατο: ζω, υπάρχω, είμαι ζωντανός (Mat 4:4 …οὐκ ἐπ’ ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται…), διάγω βίον (Luk 15:13 …ζῶν ἀσώτως).

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνικό Συντακτικό ΣΥΝΤΑΞΙΣ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Ἔζησα: α΄ ενικό Οριστικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

2) Ἔζησαν: γ΄ πληθυντικό Οριστικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

3) Ἔζησεν: γ΄ ενικό Οριστικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

4) Ἔζητε: β΄ πληθυντικό Οριστικής Παρατατικού Ενεργητικής Φωνής.

5) Ἔζων: α΄ ενικό και γ΄ πληθυντικό Οριστικής Παρατατικού Ενεργητικής Φωνής.

6) Ζῆ: γ΄ ενικό Οριστικής κ’ Υποτακτικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

7) Ζῆν: Απαρέμφατο Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

8) Ζῆς: β΄ ενικό Οριστικής κ’ Υποτακτικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

9) Ζήσασα: Ονομαστική ενικού μετοχής θηλυκού γένους του Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

10) Ζήσει: γ΄ ενικό Οριστικής Μέλλοντα Ενεργητικής Φωνής.

11) Ζήσεσθε: β΄ πληθυντικό Οριστικής Μέλλοντα Μεσοπαθητικής Φωνής.

12) Ζήσεται: γ΄ ενικό Οριστικής Μέλλοντα Μεσοπαθητικής Φωνής.

13) Ζήσετε: β΄ πληθυντικό Οριστικής Μέλλοντα Ενεργητικής Φωνής.

14) Ζήσῃ: γ΄ ενικό Υποτακτικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

15) Ζήσομεν: α΄ πληθυντικό Οριστικής Μέλλοντα Ενεργητικής Φωνής.

16) Ζήσουσιν: γ΄ πληθυντικό Οριστικής Μέλλοντα Ενεργητικής Φωνής.

17) Ζήσωμεν: α΄ πληθυντικό Υποτακτικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

18) Ζῆτε: β΄ πληθυντικό Οριστικής κ’ Υποτακτικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

19) Ζῶ: α΄ ενικό Οριστικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

20) Ζῶμεν: α΄ πληθυντικό Οριστικής ή Υποτακτικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

21) Ζῶν: Ονομαστική ενικού μετοχής ουδετέρου γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

- Ονομαστική ενικού μετοχής ουδετέρου γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

22) Ζῶντα: Αιτιατική ενικού μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

- Αιτιατική πληθυντικού μετοχής ουδετέρου γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

23) Ζῶντες: Ονομαστική πληθυντικού μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

24) Ζῶντι: Δοτική ενικού μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

25) Ζῶντος: Γενική ενικού μετοχής αρσενικού ή ουδετέρου γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

26) Ζώντων: Γενική πληθυντικού μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

27) Ζῶσα: Ονομαστική ενικού μετοχής θηλυκού γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

28) Ζῶσαν: Αιτιατική ενικού μετοχής θηλυκού γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

29) Ζῶσι: γ΄ πληθυντικό Οριστικής ή Υποτακτικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΕΔΑΦΙΑ:

Apoc 1:18: «καὶ ὁ ζῶν, καὶ ἐγενόμην νεκρὸς καὶ ἰδοὺ ζῶν εἰμι εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων καὶ ἔχω τὰς κλεῖς τοῦ θανάτου καὶ τοῦ ᾅδου.»

Apoc 2:8: «Καὶ τῷ ἀγγέλῳ τῆς ἐν Σμύρνῃ ἐκκλησίας γράψον· Τάδε λέγει ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος, ὃς ἐγένετο νεκρὸς καὶ ἔζησεν·»

Apoc 10:6: «καὶ ὤμοσεν ἐν τῷ ζῶντι εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων, ὃς ἔκτισεν τὸν οὐρανὸν καὶ τὰ ἐν αὐτῷ καὶ τὴν γῆν καὶ τὰ ἐν αὐτῇ καὶ τὴν θάλασσαν καὶ τὰ ἐν αὐτῇ, ὅτι χρόνος οὐκέτι ἔσται»

Apoc 19:20: «καὶ ἐπιάσθη τὸ θηρίον καὶ μετ᾽ αὐτοῦ ὁ ψευδοπροφήτης ὁ ποιήσας τὰ σημεῖα ἐνώπιον αὐτοῦ, ἐν οἷς ἐπλάνησεν τοὺς λαβόντας τὸ χάραγμα τοῦ θηρίου καὶ τοὺς προσκυνοῦντας τῇ εἰκόνι αὐτοῦ· ζῶντες ἐβλήθησαν οἱ δύο εἰς τὴν λίμνην τοῦ πυρὸς τῆς καιομένης ἐν θείῳ.»

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 1:18: Luk 24:5  1Co 15:45

Apoc 2:8: Rom 14:9

Apoc 10:6: Jer 10:10

Apoc 19:20: Mat 10:28

1) Η λ. Ζῶ στις φράσεις στα εδάφια Rom 14:7, Gal 2:19, 20, Phl 1:21, αποτελεί νέα έκφραση στην «Κοινή» Ελληνική γλώσσα που χρησιμοποιείται στο κείμενο των Χριστιανικών Ελληνικών Γραφών (Καινή Διαθήκη).

2) Η λ. Ζῆ στο εδάφιο 1Co 7:39 μεταφέρει εικόνα και παρομοίωση από την καθημερινή ζωή των βιβλικών χρόνων (εδώ από την σφαίρα του Αστικού Δικαίου). Πρόκειται για ένα λογοτεχνικό χαρακτηριστικό της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας το οποίο περιλαμβάνεται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

3) Η λ. Ζῶντος στο εδάφιο Rom 9:26 αποτελεί εκπλήρωση προφητείας (παραβ. Ο΄ Hos 1:10).

4) Η λ. Ζήσεται στο εδάφιο Mat 4:4 αποτελεί παραπομπή από σχετικό εδάφιο Εβρ. Γραφ. (Ο΄ Deu 8:3).

5) Η λ. Ζήσεται στο εδάφιο Luk 4:4 αποτελεί παραπομπή από σχετικό εδάφιο Εβρ. Γραφ. (Ο΄ Deu 8:3).

6) Η λ. Ζήσεται στο εδάφιο Act 1:17 αποτελεί παραπομπή από σχετικό εδάφιο Εβρ. Γραφ. (Ο΄ Hab 2:4).

7) Η λ. Ζήσεται στο εδάφιο Rom 10:5 αποτελεί παραπομπή από σχετικό εδάφιο Εβρ. Γραφ. (Ο΄ Lev 18:5).

8) Η λ. Ζῶ στο εδάφιο Rom 14:11 αποτελεί παραπομπή από σχετικό εδάφιο Εβρ. Γραφ. (Ο΄ Hsa 49:18).

9) Η λ. Ζῶσαν στο εδάφιο 1Co 15:45 αποτελεί παραπομπή από σχετικό εδάφιο Εβρ. Γραφ. (Ο΄ Gen 2:7).

10) Η λ. Ζήσεται στο εδάφιο Gal 3:11 αποτελεί παραπομπή από σχετικό εδάφιο Εβρ. Γραφ. (Ο΄Hab 2:4).

11) Η λ. Ζήσεται στο εδάφιο Heb 10:38 αποτελεί παραπομπή από σχετικό εδάφιο Εβρ. Γραφ. (Ο΄ Hab 2:3, 4).

12) Στο εδάφιο Mat 26:63 το ρήμα Τοῦ Θεοῦ τοῦ Ζῶντος αναγράφεται με έναρθρο απαρέμφατο. Το φαινόμενο είναι «αρχαιοελληνικός ιδιωματισμός» και μάλιστα «αττικισμός» της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας. Πρόκειται για ένα λογοτεχνικό χαρακτηριστικό της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας το οποίο περιλαμβάνεται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

13) Ζῆσαι, μεταβατ. = δοῦναι ζωήν, Ο΄ Ἑβδ. Psa 40:2, κ.ἀ.

ΕΒΔΟΜΗΚΟΝΤΑ (Ο'): Η λ. δεν αναφέρεται στους Ο΄. Για την απόδοση της έννοιας υπάρχει η λ. ζωή (Gen 1:30, 2:7,9, 3:14,17, Pro 10:3, Jek 31:17).

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Live.

Ζάω, contract. ζῶ, ζάεις, ζῇς, ζάει, ζῇ, etc., f. ήσω, generally ζήσομαι, to live and breathe, have life; to maintain life; to flourish; to revive, to be well; to be glad; ἐκ ταὐτοῦ ζῇν, to live in common, Aristoph. Eccl. 591; ζῇν βίον, the cognate noun, ζῇν βίον γενναῖον, to lead the life of a gentleman, Id. Vesp. 1506; ἔζων, ἔζης, η, pl. ἔζωμεν, ητε, ων· impf. also ἔζην, from ζῆμι, part. pres. ζάων, ζῶν, ζάουσα, ζῶσα, ζάον, ζῶν· τὸ ζῇν, life; oἱ ζῶντες, persons alive; ζῇν ἐκ τοῦ δικαίου, to live by honest means, Demosth. 1309, 26; εὐ ζῇν, to live happily; ἄτης θύελλαι ζῶσι, the storms of adversity are vigorous (blow), Æschyl. Ag. 793. The 2. aor. and pf. come from βιῶμι and βιόω. Fr. ζα and ἄω or ἄημι.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Vivo.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Live.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Vivere.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Vivez.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Vivir.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Viver.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Wonen.