Ευρετήριο

Ζώνη




ΡΙΖΑ: < JOS-NA < ΖΩΝ-ΝΥ-ΜΙ "ζώνω", βλ. λ. ΖΩΝΝΥΜΙ (1329).

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Ζώνη, ζωνάρι.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Ζωννύω Joh 21:18.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Βαλλάντιον Luk 10:4, Γλωσσοκόμος Joh 12:6, Βαστάζω Luk 10:4, Joh 10:31, Joh 12:6, Ἱμάτιον Mat 5:40, Ἱματισμός Joh 19:24.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Χιτών (Ἄραφος) Joh 19:23, Γαζοφυλακεῖον Mar 12:41, 43, Joh 8:20.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ουσιαστικό α΄ κλίσης, θηλυκού γένους: Ζώνη, -ης.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Ζώνη: Ονομαστική ενικού.

2) Ζώνην: Αιτιατική ενικού.

3) Ζῶνας: Αιτιατική πληθυντικού.

ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΕΔΑΦΙΑ:

Apoc 1:13: «καὶ ἐν μέσῳ τῶν λυχνιῶν ὅμοιον υἱὸν ἀνθρώπου ἐνδεδυμένον ποδήρη καὶ περιεζωσμένον πρὸς τοῖς μαστοῖς ζώνην χρυσᾶν.»

Apoc 15:6: «καὶ ἐξῆλθον οἱ ἑπτὰ ἄγγελοι [οἱ] ἔχοντες τὰς ἑπτὰ πληγὰς ἐκ τοῦ ναοῦ ἐνδεδυμένοι λίνον καθαρὸν λαμπρὸν καὶ περιεζωσμένοι περὶ τὰ στήθη ζώνας χρυσᾶς.»

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 1:13: Dan 7:13  Apoc 14:14

Apoc 15:6: Apoc 8:2  Apoc 15:1  Dan 10:5

1) Η λ. Ζώνη στο εδάφιο Rom 8:38 περιλαμβάνεται σε μια φράση που περιλαμβάνει αντιθέσεις και παραλληλισμούς. Πρόκειται για ένα λογοτεχνικό χαρακτηριστικό της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας το οποίο περιλαμβάνεται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

2) Η λ. Ζώνην αναφέρεται στο εδάφιο Mar 6:8 στο οποίο (εδάφιο) υπάρχει μείξη ορθού και πλάγιου λόγου. Το φαινόμενο είναι «αρχαιοελληνικός ιδιωματισμός» και μάλιστα «αττικισμός» της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας. Πρόκειται για ένα λογοτεχνικό χαρακτηριστικό της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας το οποίο περιλαμβάνεται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

ΕΒΔΟΜΗΚΟΝΤΑ (Ο'): Exo 28:4,39,40, 29:9, 36:36.

1) α) ΑΓΓΛΙΚΕΣ ΛΕΞΕΙΣ ΜΕ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΙΖΑ: Zone.

β) ΑΓΓΛΙΚΑ: Belt, Bag, Girdle.

Ζώνη, ης, ἡ, a belt, girdle; ζώσατο δὲ ζώνην ἑκατὸν θυσάνοις ἀραρυῖαν, Il. xiv, 181. It was bound round the waist and loins of women, so as to compress the lower part of the body; hence, ζώνην λύειν, to loosen the zone, to deprive of virginity, Odys. xi, 244; a zone, Xen. Anab. I, 4, 9; the waist, Il. ii, 479; a waistband; a purple robe; armor; a purse, scrip; dat. pl. ζώνῃσι, for ζώναις, Ion. Th. ζώννυμι.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Zona.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Gürtel, Tasche, Gurt.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Cintura, Borsa.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Ceinture, Sac.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Cinturón, Bolso, Faja.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Cinto, Bolsa, Cintura.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Riem, Tas, Gordel.