Ευρετήριο

Ἐγείρω



ΡΙΖΑ: < *Ε-ΓΕΡ-JΩ < Ε- προθεμ. + Ι.Ε. *GER- "ξυπνώ", πβ. σανσκρ. JA-GAR-TI "ξυπνάει".

ΕΡΜΗΝΕΙΑ:

1) Σηκώνω, εγείρω.

2) Ξυπνώ, εγείρω από τον ύπνο.

3) Αφυπνίζω πνευματικά.

4) Ανασταίνω.

5) (Στη μεσοπαθ. Φωνή) παρουσιάζομαι, εμφανίζομαι.

6) Κάνω κάτι να γεννηθεί, κάνω κάτι να προκύψει.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Διεγείρω Luk 8:24, Ἐξεγείρω 1Co 6:14, Συνεγείρω Eph 2:6, Ἐπεγείρω Act 13:50.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Ἀναβαίνω Luk 24:38, Ἀνατέλλω Mat 4:16, Λαμβάνω Mat 26:26, 27, Ἀναλαμβάνω Act 7:43, Καταλαμβάνω Joh 8:3,4, Μεταλαμβάνω Act 2:46, Παραλαμβάνω Mat 2:13, Συμπαραλαμβάνω Act 12:25, Προλαμβάνω 1Co 11:21, Ἐκνήφω 1Co 15:34, Ἐξυπνίζω Joh 11:11, Γρηγορῶ Mat 24:42, Διαγρηγορῶ Luk 9:32, Αἴρω Luk 17:13, Joh 1:29, Ἐπαίρω Mat 17:8, Στήκω Mar 3:31, Ὑψῶ Joh 3:14, Ἀνίστημι Act 9:41, Ἐξαιρῶ 1Co 5:13, Ἀφαιρῶ Luk 1:25, Ἀνορθῶ Luk 13:13, Heb 12:12, Ἀνακύπτω Luk 13:11, Ἀναφέρω Mat 17:1, Εἰσέρχομαι Luk 9:46, Ἀφυπνῶ Luk 8:23, Ἀπαιρῶ Mat 9:15, Μένω Rom 9:11, Παραγίνομαι 2Ti 4:16, Ἵστημι Mat 4:5, Ἐξανίστημι Mar 12:19, Ἐφίστημι Luk 2:9, Συνεφίσταμαι Act 16:22, Παρίστημι Mar 14:47, Περιίστημι Act 25:7, Συνίστημι 2Pe 3:5.



ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ρήμα α΄ συζυγίας, βαρύτονο.

ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ:

Ενεστ. ἐγείρω, Πρτ. ἤγειρον, Μέλ. ἐγερῶ, Αόρ. ἤγειρα, Πρκ. ἐγήγερκα, Υπερσ. ἐγηγέρκειν.

Μέσ. Ενεστ. ἐγείρομαι, Πρτ. ἠγειρόμην, Μέλ. μέσ. ἐγεροῦμαι, Μελ. παθ. ἐγερθήσομαι, Αόρ. μέσ. ἠγειράμην, Αόρ. παθ. ἠγέρθην, Πρκ. ἐγήγερμαι, Υπερσ. ἐγηγέρμην.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΡΗΜΑΤΑ.

ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:

1) Ἐγείρω

Α) Μεταβατικό

i) + αιτ.: εγείρω κάποιον (Mat 12:11 …Οὐχὶ κρατήσει αὐτὸ καὶ ἐγείρει;), ανασταίνω κάποιον (Joh 5:21 …Ὥσπερ ὁ πατήρ ἐγείρει τοὺς νεκρούς).

2) Ἐγείρομαι

Α) Αμετάβατο: σηκώνομαι, εγείρομαι (Mat 9:25 …Ἠγέρθη τὸ κοράσιον), ανασταίνομαι (Mar 12:26 …Περί δὲ τῶν νεκρῶν ὅτι ἐγείροντο!), ξυπνώ (Mat 2:13 …Ἐγερθείς παράλαβε τὸ παιδίον …καὶ φεῦγε εἰς Αἴγυπτον).

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνικό Συντακτικό ΣΥΝΤΑΞΙΣ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Ἐγεῖραι: Απαρέμφατο Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

2) Ἐγείραντα: Αιτιατική ενικού μετοχής αρσενικού γένους του Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

3) Ἐγείραντος: Γενική ενικού μετοχής αρσενικού γένους του Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

4) Ἐγείρας: Ονομαστική ενικού μετοχής αρσενικού γένους του Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

5) Ἔγειρε: β΄ ενικό Προστακτικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

6) Ἐγείρει: γ΄ ενικό Οριστικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

7) Ἐγείρειν: Απαρέμφατο Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

8) Ἐγείρεσθε: β΄ πληθυντικό Προστακτικής Ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

9) Ἐγείρεται: γ΄ ενικό Οριστικής Ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

10) Ἐγείρῃται: γ΄ ενικό Υποτακτικής Ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

11) Ἐγείρομαι: α΄ ενικό Οριστικής Ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

12) Ἐγείρονται: γ΄ πληθυντικό Οριστικής Ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

13) Ἐγείροντι: Δοτική ενικού μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

14) Ἐγειροῦσιν: γ΄ πληθυντικό Οριστικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

15) Ἐγερεῖ: γ΄ ενικό Οριστικής Μέλλοντα Ενεργητικής Φωνής.

16) Ἐγερεῖς: β΄ ενικό Οριστικής Μέλλοντα Ενεργητικής Φωνής.

17) Ἐγερθείς: Ονομαστική ενικού μετοχής αρσενικού γένους του Αορίστου α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

18) Ἐγερθέντι: Δοτική ενικού μετοχής αρσενικού γένους του Αορίστου α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

19) Ἐγέρθῃ: γ΄ ενικό Υποτακτικής Αορίστου α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

20) Ἐγερθῆναι: Απαρέμφατο Αορίστου α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

21) Ἐγερθήσεται: γ΄ ενικό Οριστικής Μέλλοντα α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

22) Ἐγερθήσονται: γ΄ πληθυντικό Οριστικής Μέλλοντα α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

23) Ἐγέρθητε: β΄ πληθυντικό Προστακτικής Αορίστου α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

24) Ἐγέρθητι: β΄ ενικό Προστακτικής Αορίστου α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

25) Ἐγερῶ: α΄ ενικό Οριστικής Μέλλοντα Ενεργητικής Φωνής.

26) Ἐγηγερμένον: Αιτιατική ενικού μετοχής αρσενικού γένους του Παρακειμένου Μεσοπαθητικής Φωνής.

27) Ἐγηγέρται: γ΄ ενκό Οριστικής Παρακειμένου Μεσοπαθητικής Φωνής.

28) Ἤγειραν: γ΄ πληθυντικό Οριστικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

29) Ἤγειρεν: γ΄ ενικό Οριστικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

30) Ἠγέρθῃ: γ΄ ενικό Οριστικής Αορίστου α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

31) Ἠγέρθησαν: γ΄ πληθυντικό Οριστικής Αορίστου α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΕΔΑΦΙΑ:

Apoc 11:1: «Καὶ ἐδόθη μοι κάλαμος ὅμοιος ῥάβδῳ, λέγων· ἔγειρε καὶ μέτρησον τὸν ναὸν τοῦ θεοῦ καὶ τὸ θυσιαστήριον καὶ τοὺς προσκυνοῦντας ἐν αὐτῷ.»

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 11:1: Jek 40:3  1Co 3:16  2Co 6:16  Eph 2:21  1Pe 2:5  1Pe 4:17

1) Η λ. Ἐγείρεται στο εδάφιο 1Co 15:48 περιλαμβάνεται σε μια φράση που περιλαμβάνει αντιθέσεις και παραλληλισμούς. Πρόκειται για ένα λογοτεχνικό χαρακτηριστικό της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας το οποίο περιλαμβάνεται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

2) Η λ. Ἤγειρεν στο εδάφιο Luk 1:69 περιλαμβάνεται σε μια περιγραφή με ποιητική έξαρση ως ένας ύμνος χωρίς μέτρο. Πρόκειται για ένα λογοτεχνικό χαρακτηριστικό του (πρωτότυπου) κειμένου των Χριστιανικών Ελληνικών Γραφών (Καινή Διαθήκη).

3) Η λ. Ἐγείρονται στο εδάφιο Mat 11:5 αποτελεί εκπλήρωση προφητείας (παραβ. Ο΄ Hsa 35:5, 61:1).

4) Η λ. Ἐγείρονται στο εδάφιο Luk 7:22 αποτελεί εκπλήρωση προφητείας (παραβ. Ο΄ Hsa 29:18, 61:1).

5) Το ρήμα Ἐγείρομαι στο εδάφιο Mat 27:63 αναγράφεται σε χρόνο ενεστώτα αντί μέλλοντα. Το φαινόμενο είναι «αρχαιοελληνικός ιδιωματισμός» και μάλιστα «αττικισμός» της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας. Πρόκειται για ένα λογοτεχνικό χαρακτηριστικό της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας το οποίο περιλαμβάνεται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

6) Η λ. Ἐγεῖραι στο εδάφιο Mat 3:9 περιλαμβάνεται σε μια πρόταση η οποία διακρίνεται για τη «βραχύτητα της περιόδου» αυτής. Πρόκειται για ένα λογοτεχνικό χαρακτηριστικό της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας το οποίο περιλαμβάνεται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

7) Η λ. Ἠγέρῃ στο εδάφιο Mat 14:2 περιλαμβάνεται σε μια «πρόταση κατά παράταξη» αντί της «σύνταξης καθ’ υπόταξη». Πρόκειται για ένα λογοτεχνικό χαρακτηριστικό της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας το οποίο περιλαμβάνεται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Arise, Awake, Lift, Raise (Up), Rear, Stand, Take.

Ἐγείρω, f. ἐγερῶ, pf. ἐγήγερκα (?), to rouse from sleep; to excite; to stir up; to raise, to raise up; to animate, encourage; to provoke; ἤγειρα δὲ μᾶλλον, I have provoked them the more, Il. v, 208; ἔγειρε δὲ φύλοπιν αἰνήν, he roused the dreadful conflict, Il. v, 496; to kindle, light up; to erect, build; to restore to life, to raise from the dead, N. T.; 1. a. ind. act. ἤγειρα, pres. mid. ἐγείρομαι, to rise up, to wake up, to stand up, to be roused; to be awake, Demosth. 439, 1; to awake; to rise up; hence, an aor. ἐγρόμην, Il. ii, 41; imperat. ἔγρεο, Il. x, 159; pf. pas. ἐγήγερμαι· πολλῷ μᾶλλον ἐγηγερμένοι ἦσαν, were much more incited, Thucyd. vii, 51; 1. a. ind. pas. ἠγέρθην, ης, η, imperat. 2. sing. ἐγέρθητι, inf. ἐγερθῆναι, part. ἐγερθείς· εἰ πόλεμος ἐγερθείη, if a war should be stirred up, Xen. Polit. 4, 41; 1. f. pas. ἐγερθήσομαι, I shall or will rise; 1. a. ind. m. ἠγειράμην, ω, ατο, imperat. ἔγειραι, 2. pf. ἐγρήγορα, I am awake, I am watching, Æschyl. Eum. 676; Poet. ἐγρήγορθα· οἱ δ’ ἐγρηγόρθασι, and they are upon the watch, Il. x, 419; imperat. 2. sing. ἐγρήγορθε, Il. vii, 371; part. ἐγρηγορώς, watching, watchful; Homer has an infin. pf. pas. ἐγρηγόρθαι, Il. x, 67; a new present, ἐγρηγορέω, Odys. xx, 6; κεῖτ’ ἐγρηγορέων, he was lying on the watch, whence a new present, γρηγορέω, in N. T., etc.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Excuto, Ex(s)truo, Surgo, Experge Facio, Suscitare, Surgere, Exurgere, Consurgere, Excitare.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Steh Auf, Wach, Lift, Heben, Hinterachse, Nimm.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Sorgi, Svegliatevi, Ascensore, Sollevare, Posteriore, Supporto, Fare.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Lève-Toi, Réveille, Soulever, Arrière.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Levántate, Levante, Trasero, Soporte, Tenga.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Levanta-te, Desperta, Levante, Suporte, Leve.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Sta Op, Wakker, Til, Hef, Achter, Tribune, Neem.