Ευρετήριο

Ἐγχρίω




ΡΙΖΑ: < ΕΓ- (< ΕΝ) + ΧΡΙΩ, (βλ. ΕΙΔ. ΑΝΑΦ. 2 και 3) (βλ.λ. Ἕν, Χρίω).

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Χρίω, αλείφω, προστρίβω.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Χρίω Luk 4:18, Ἐπιχρίω Joh 9:6,11, Χρῖσμα 1Jo 2:20, 27.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Μυρίζω Μar 14:8, Ἀλείφω Μat 6:17, Μῦρον Luk 7:46, Ἔλαιον Mar 6:13.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Ἀποκλείω Luk 13:25.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ρήμα α΄ συζυγίας, βαρύτονο.

ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ:

Ενεστ. ἐγχρίω, Πρτ. ἐνέχριον, Μέλ. ἐγχρίσω, Αόρ. ἐνέχρισα.

Μέσ. Ενεστ. ἐγχρίομαι, Πρτ. ἐνεχριόμην, Μέλ. μέσ. κυριεύσομαι, Μελ. παθ. ἐγχρισθήσομαι, Αόρ. μέσ. ἐκυριευσάμην, Αόρ. παθ. ἐνεχρίσθην, Πρκ. ἐγκέχρισμαι, Υπερσ. ἐγκεχρίσμην.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΡΗΜΑΤΑ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Ἐγχρῖσαι: Απαρέμφατο Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:

1) Ἐγχρίω

Α) Μεταβατικό

i) + αιτ.: αλείφω κάτι, επιχρίω κάτι, επαλείφω κάτι (Apoc 3:18 …Καὶ κολλύριον ἐγχρῖσαι τοὺς ὀφθαλμούς σου).

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνικό Συντακτικό ΣΥΝΤΑΞΙΣ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ.

ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΕΔΑΦΙΑ:

Apoc 3:18: «συμβουλεύω σοι ἀγοράσαι παρ᾽ ἐμοῦ χρυσίον πεπυρωμένον ἐκ πυρὸς ἵνα πλουτήσῃς, καὶ ἱμάτια λευκὰ ἵνα περιβάλῃ καὶ μὴ φανερωθῇ ἡ αἰσχύνη τῆς γυμνότητός σου, καὶ κολλ[ο]ύριον ἐγχρῖσαι τοὺς ὀφθαλμούς σου ἵνα βλέπῃς.»

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 3:18: Job 23:10  1Pe 1:7  Apoc 16:15  Psa 19:8

1) Η λ. Ἐγχρίω χρησιμοποιείται σε μοναδική αναγραφή στο πρωτότυπο κείμενο των Χριστιανικών Ελληνικών Γραφών (Καινή Διαθήκη).

2) Η σύνθετη αυτή λ. Ἐγχρίω (βλ. ΡΙΖΑ) αποτελεί (ως σύνθεση) ένα από τα γνωρίσματα της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας τα οποία περιλαμβάνονται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

3) Η λ. Ἐγχρίω ανήκει στην κατηγορία των συνθέτων λέξεων της Αρχαίας Ελληνικής γλώσσας με την προσθήκη πρόθεσης. Η σύνθεση αυτή δημιουργείται στα πλαίσια του Μεταρρηματικού και του Μετονοματικού Συστήματος του Αρχαίου Ελληνικού γλωσσολογίου.

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Anoint.

Ἐγχρίω, f. ίσω, 1. a. ἐνέχρισα, to rub in; to anoint; to sting, to prick; to anoint with collyrium or eye-paint, as practised in the East. (Wahl’s Lex.). Th. χρίω.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Inungere.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Salben.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Ungere.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Oindre.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Ungir.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Ungir.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Zalven.