Ευρετήριο

Εἴδωλον



ΡΙΖΑ: < ΕΙΔΟΣ «μορφή» + επίθ. -ΩΛΟ-.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Ομοίωμα, απεικόνιση, εικόνα, παράσταση.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Κατείδωλος Act 17:16, Εἰδώλιον 1 Co 8:10, Εἰδωλόθυτος Act 15:29, Εἰδωλολάτρης 1Co 5:10, Εἰδωλολατρία 1Co 10:14.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Προσκυνῶ Mat 4:9, Ἱερόθυτος 1Co 10:28, Εὐσεβῶ Act 17:23, Ναός Act 17:24, Λατρεύω Mat 4:10, Rom 1:9, 25, Λατρεία Joh 16:2, Βωμός Act 17:23, Θυσία Act 7:41, Heb 13:15,16, Προσφορά Eph 5:2, Εἰκών Rom 1:23, Σέβασμα Act 17:23, Δεισιδαίμων Act 17:22.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Ναός (Θεοῦ) 2Co 6:16, Πνεῦμα (ὁ Θεός... ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ δεῖ προσκυνεῖν) Joh 4:24.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ουσιαστικό β΄ κλίσης, ουδετέρου γένους: Εἴδωλον, -ου.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Εἴδωλα: Αιτιατική πληθυντικού.

2) Εἴδωλον: Ονομαστική ή αιτιατική ενικού.

3) Εἰδώλου: Γενική ενικού.

4) Εἰδώλῳ: Δοτική ενικού.

5) Εἰδώλων: Γενική πληθυντικού.

ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΤΙΚΕΣ ΦΡΑΣΕΙΣ-ΕΔΑΦΙΑ:

Act 17:24,25: «Ὁ Θεός... οὐδὲ ὑπὸ χειρῶν ἀνθρώπων θεραπεύεται».

ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΕΔΑΦΙΑ:

Apoc 9:20: «Καὶ οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων, οἳ οὐκ ἀπεκτάνθησαν ἐν ταῖς πληγαῖς ταύταις, οὐδὲ μετενόησαν ἐκ τῶν ἔργων τῶν χειρῶν αὐτῶν, ἵνα μὴ προσκυνήσουσιν τὰ δαιμόνια καὶ τὰ εἴδωλα τὰ χρυσᾶ καὶ τὰ ἀργυρᾶ καὶ τὰ χαλκᾶ καὶ τὰ λίθινα καὶ τὰ ξύλινα, ἃ οὔτε βλέπειν δύνανται οὔτε ἀκούειν οὔτε περιπατεῖν»

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 9:20: Deu 31:29  Jer 5:3  Deu 32:17  Psa 106:37  1 Co 10:20  Psa 115:4  Psa 135:15  Hsa 44:9  Jer 10:5  Dan 5:23

1) Η σημασία της λ. Εἴδωλον σε μερικά εδάφια τροποποιήθηκε ή επεκτάθηκε ανάλογα με την αντίστοιχη Εβραϊκή (ή Αραμαϊκή) λέξη ακολουθώντας άλλοτε την βαθύτερη έννοια της εβραϊκής (ή της Αραμαϊκής) λέξης λόγω της στενής σχέσης που υπάρχει με αυτή και άλλοτε την μετάφραση των Ο΄ (Εβδομήκοντα).

2) Στις Ε.Γ./Κ.Δ./ΚΕΙΜ. γίνεται λόγος για τα είδωλα: 1) του Διοπετούς αγάλματος της Αρτέμιδος της Εφεσίας και των ιερών ομοιωμάτων που ευρίσκονται στο Ιερόν αυτής (Παραβ. Act 19:24,27,35) συμβολ. αναφέρεται και ο θρόνος του Σατανά (Apoc 2:13). Αυτά είχαν σχέση με το καλλιτεχνικό περιβάλλον τους κάθε εποχής με λατρευτικές εκδηλώσεις τόσο στον –τότε– Εθνικό όσο και στον Ιουδαϊκό κόσμο (Παραβ. Act 19:27).

3) Μεταγεν., ἡ εἰκὼν ἢ ὁμοίωμα θεοῦ, ἄγαλμα, εἴδωλον, Ἑβδ. (Βασιλ. Δ. ΙΖ΄, 12), 1Co 12:2.

ΕΒΔΟΜΗΚΟΝΤΑ (Ο'): Hsa 42:1-6 (1 Jo 5:21).

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Idol, Likeness, Image, Representation.

Εἴδωλον, ου, τό, a likeness, Il. v, 449; an image, a representation, Xen. Mem. I, 4, 4; an idol or image, Eurip. Hel. 34, 1135; a shade or spectre; εἴδωλον Ἄργου γηγενοῦς, shade of earth-born Argos, Æschyl. Prom. 567; ψυχὴ καὶ εἴδωλον, a spirit and shade, Il. xxiii, 104; εἴδωλον σκιᾶς, the shadow of a shade, Æschyl. Ag. 813; εἴδωλον ἄλλως, a mere shadow or spectre, Soph. Phil. 937; also, an idea or image in the mind. Fr. εἶδος.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: simulacrum, simulachro, similitudinem imaginis repraesentationem.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Idol, Abbild, Bild, Darstellung.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Idolo, Immagine,  Rappresentazione.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Idole, Image,  Représentation.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Idolo, La Imagen, La Representación.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Idolo, Imagem, Imagem, Representação.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Idool, Gelijkenis, Beeld, Vertegenwoordiging , Afgod.