Ευρετήριο

Ἐκδικέω, -ῶ



ΡΙΖΑ: < ΕΚ + -ΔΙΚΩ < ΔΙΚΗ, (βλ. ΕΙΔ. ΑΝΑΦ. 1 και 2) (βλ.λ. Δίκη).

ΕΡΜΗΝΕΙΑ:

1) Εκδικούμαι, τιμωρώ, παίρνω εκδίκηση.

2) Ενέργεια με την οποία επιτυγχάνεται και πραγματοποιείται δικαιοσύνη (σε μια αδικία).

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Ἐκ Luk 2:35, Δίκη Act 28:4, Ἔκδικος Rom 13:4, Ἐκδίκησις Luk 18:7, 8, Rom 12:19.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Κρίνω Mat 5:40, Τιμωρῶ Act 22:5, Ἀνταποδίδω Rom 12:19, Heb 10:30, Ἀνταπόδομα Luk 14:12, Ἀνταπόδοσις Col 3:24, Ὀργή Rom 12:19.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Μὴ (ἑαυτοὺς) ἐκδικοῦντες Rom 12:19, Ἀγαθοποιῶ Luk 6:33, 35.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ρήμα α΄ συζυγίας συνηρημένο σε -έω.

ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ:

Ενεστ. ἐκδικῶ, Πρτ. ἐξεδίκουν, Μέλ. ἐκδικήσω, Αόρ. ἐξεδίκησα, Πρκ. ἐξεδίκηκα, Υπερσ. ἐξεδικήκειν.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΡΗΜΑΤΑ.

ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:

1) Ἐκδικῶ

Α) Μεταβατικό:

i) + αιτ.: παίρνω εκδίκηση για κάτι ή κάποιον. (Rom 12:19... Μὴ ἑαυτοὺς ἐκδικοῦντες...)

ii) + αιτ. + εμπρ. προσδ. : παίρνω εκδίκηση για κάποιον από... (Luk 18:3... Ἐκδίκησόν με ἀπό τοῦ ἀντιδίκου μου...).

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνικό Συντακτικό ΣΥΝΤΑΞΙΣ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Ἐκδικεῖς: β΄ ενικό Οριστικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

2) Ἐκδικῆσαι: Απαρέμφατο Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

3) Ἐκδίκησον: β΄ ενικό Προστακτικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

4) Ἐκδικήσω: α΄ ενικό Οριστικής Μέλλοντα Ενεργητικής Φωνής.

5) Ἐκδικοῦντες: Ονομαστική πληθυντικού μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

6) Ἐξεδίκησεν: γ΄ ενικό Οριστικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

ΝΟΜΟΙ-ΕΝΤΟΛΕΣ-ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ-ΠΡΟΣΤΑΓΕΣ-ΥΠΕΝΘΥΜΙΣΕΙΣ:

Apoc 6:10: «κα κραξαν φων μεγλ λγοντες· ως πτε, δεσπτης γιος κα ληθινς, ο κρνεις κα κδικες τ αμα μν κ τν κατοικοντων π τς γς;»

α) Τιμωρώ κάποιον για μια προσβλητική ή βλαβερή πράξη ή ενέργεια (από τη δικαιοσύνη).

β) Παίρνω ικανοποίηση με τη διάπραξη κάποιας πράξης ως τιμωρίας και ανταπόδοσης στα πλαίσια της απονομής δικαιοσύνης (από τη δικαιοσύνη ή και από αυτοδικία).

Το ρήμα και το ουσιαστικό (εκδίκησις) περιλαμβάνουν την έννοια της τιμωρίας μετά από δίκη στα πλαίσια της έγερσης δικαστικού αγώνα για την ανταπόδοση (από τον παθόντα) του κακού που του έγινε ή τις βλάβες που έχει υποστεί. Κατ’ επέκταση περιλαμβάνει και την τιμωρία που επιβάλλει μόνος στους δράστες της αδικίας ή του εγκλήματος, ως εκδικητής (αυτοδικία).

Στα πλαίσια αυτά αναφέρονται και το ρήμα ἐκδικοῦμαι (ανταποδίδω) και τα ομόρριζα: εκδικητικός (φιλέκδικος): αυτός που σχετίζεται με πράξεις εκδίκησης (ανταπόδοση του κακού και η ικανοποίηση από αυτή), καθώς και εκδικητικότητα: η εκδικητική διάθεση ν’ ανταποδίδει ή να συγχωρεί τις βλαβερές ή προσβλητικές πράξεις (παραβ. Act 13:41, 1Th 4:6).

Τέλος υπογραμμίζεται ότι η εκδίκηση και η ανταπόδοση είναι και ανήκει στον Δημιουργό Ιεχωβά Θεό (Deu 32:35, Rom 12:19, Heb 10:30). Κατ’ επέκταση «νόμιμη» εκδίκηση μπορεί να γίνει από έναν εντεταλμένο του Θεού ή άτομο ορισμένο εκτελεστή εκδίκησης από το Λόγο Του. Διαφορετικά κάθε ενέργεια εκδίκησης είναι, σύμφωνα με το Λόγο του Θεού, λάθος (παραβ. Rom 12:19).

ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΤΙΚΕΣ ΦΡΑΣΕΙΣ-ΕΔΑΦΙΑ:

Luk 18:3: «Χήρα δὲ ἦν ἐν τῇ πόλει ἐκείνῃ καὶ ἤρχετο πρὸς αὐτὸν λέγουσα· ἐκδίκησόν με ἀπὸ τοῦ ἀντιδίκου μου».

2Co 10:6: «Καὶ ἐν ἑτοίμῳ ἔχοντες ἐκδικῆσαι πᾶσαν παρακοήν, ὅταν πληρωθῇ ὑμῶν ἡ ὑπακοή».

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 6:10: Act 4:24  1Jo 5:20  Luk 18:7  Heb 12:23  Apoc 19:2  Ge 4:10  Deu 32:43

Apoc 19:2: Deu 32:4  Psa 19:9  1Pe 1:17  Apoc 15:3  Deu 32:43  2Ki 9:7  Psa 79:10  Apoc 18:20  Apoc 18:24

1) Η σύνθετη αυτή λ. Ἐκδικῶ (βλ. ΡΙΖΑ) αποτελεί (ως σύνθεση) ένα από τα γνωρίσματα της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας τα οποία περιλαμβάνονται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

2) Η λ. Ἐκδικῶ ανήκει στην κατηγορία των συνθέτων λέξεων της Αρχαίας Ελληνικής γλώσσας με την προσθήκη πρόθεσης. Η σύνθεση αυτή δημιουργείται στα πλαίσια του Μεταρρηματικού και του Μετονοματικού Συστήματος του Αρχαίου Ελληνικού γλωσσολογίου.

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Avenge, Revenge, Punish.

Ἐκδικέω, ῶ, f. ήσω, to avenge, punish; to vindicate a right; 1. a. imperat. ἐκδίκησον, άτω, 1. a. inf. ἐκδικῆσαι, 1. a. ind. ἐξεδίκησα· τὸ ἐκδικούμενον, the penalty awarded, Demosth. 801, 24; dat. of the person, accus. of the ghing. Fr. ἐκ and δίκη.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Vindicare, Defendere, Ulcisci, Vindica, vindicta Afflige.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Rächen, Rache, Bestrafung.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Vendicare, vendetta, punisci.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Venger, vengeance, répression.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Haz la venganza, venganza, Sancionar.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Vingar, vingança, Punir.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Wreken, wraak, Straffen.