Ευρετήριο

Ἐκπορεύω



ΡΙΖΑ: < ΕΚ + ΠΟΡΕΥΩ/-ΟΜΑΙ, (βλ. ΕΙΔ. ΧΑΡΑΚΤΗΡ. ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ 3 και 4), α) βλ.λ. Ἐκ, β) ΠΟΡΕΥΟΜΑΙ < ΠΟΡΟΣ < θ. ΠΟΡ- ετεροιωμ. βαθμ. του Ι.Ε. *PER- "περνώ, μεταφέρω".

ΕΡΜΗΝΕΙΑ:

1) Ἐξέρχομαι, εκβαίνω, εξορμώ,

2) Προέρχομαι, πηγάζω.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Ἐκ Joh 8:23, Πορεύω Mat 2:9, Πορεύομαι Luk 7:22, Ἐκπορεύομαι Mat 4:4, Προσπορεύομαι Mar 10:35, Ἐπιπορεύομαι Luk 8:4, Παραπορεύομαι Mar 2:23, Προπορεύομαι Luk 1:76, Διαπορεύομαι Act 16:4, Εἰσπορεύομαι Luk 11:33, Συμπορεύομαι Mar 10:1.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Ἀπέρχομαι Act 4:15, Ἐξέρχομαι Joh 8:42, Διέρχομαι Mar 4:35, Act 13:14, Περιέρχομαι Ti 5:13, Διαβαίνω Luk 16:26, Διοδεύω Luk 8:1, Act 17:1, Καταντῶ Act 18:19, Ἀποδημῶ Mat 21:33, Ἀναχωρῶ Act 23:19, Ἄπειμι Act 17:10, Ἥκω Mat 24:14, Ἐπιπορεύομαι Luk 8:4, Μεταβαίνω Luk 10:7, Ὑπάγω Jac 2:16, Ἀνάγω Act 27:12, Εκπορεύομαι Mar 6:11, Χωρίζω 1Co 7:10, 11, Ἀποχωρίζω Act 15:39, Διαχωρίζω Luk 9:33, Ἔξειμι Act 13:42, Περιάγω 1Co 9:5, Προστίθημι Act 12:3.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Εἰσέρχομαι Mat 7:13, 21, Εἴσοδος 1 Th 1:9, 2:1, Εἴσιμι Heb 9:6.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ρήμα α΄ συζυγίας, βαρύτονο.

ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ:

Μέσ. Ενεστ. ἐκπορεύομαι, Πρτ. ἐξεπορευόμην, Μέλ. μέσ. ἐκπορεύσομαι, Αόρ. μέσ. ἐξεπορευσάμην, Πρκ. ἐκπεπόρευμαι, Υπερσ. ἐξεπεπορεύμην.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΡΗΜΑΤΑ.

ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:

1) Ἐκπορεύμαι

Α) Αμετάβατο: εκπορεύομαι, πηγάζω, εξέρχομαι (Mat 4:4 ..Ἐπὶ παντί ρήματι ἐκπορευομένῳ διὰ στόματος Θεοῦ).

Β) Μεταβατικό

i) + εκ + γεν: προέρχομαι από…, εκπορεύομαι από…, εκπηγάζω από…, βγαίνω από… (Apoc 22:1 …Ποταμόν …ἐκπορευόμενον ἐκ τοῦ θρόνου τοῦ Θεοῦ),

ii) + από + γεν.: εξέρχομαι από… (Mar 10:46 …Και ἐκπορευομένου ἀπό Ἱεριχώ),

iii) + επί + αιτ.: κατευθύνομαι προς… (Apoc 16:14 …Πνεύματα δαιμονίων ἅ ἐκπορεύεται ἐπὶ τοὺς βασιλεῖς τῆς Οἰκουμένης).

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνικό Συντακτικό ΣΥΝΤΑΞΙΣ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Ἐκπορευέσθαι: Απαρέμφατο Ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

2) Ἐκπορευέσθω: γ΄ ενικό Προστακτικής Ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

3) Ἐκπορεύεται: γ΄ ενικό Οριστικής Ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

4) Ἐκπορευόμενα: Ονομαστική πληθυντικού μετοχής ουδετέρου γένους του Ενεστώτα Μεσοπαθητικής φωνής.

5) Ἐκπορευομένη Ονομαστική ενικού μετοχής θηλυκού γένους του Ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

6) Ἐκπορευόμενοι: Ονομαστική πληθυντικού μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

7) Ἐκπορευομένοις: Δοτική πληθυντικού μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

8) Ἐκπορευόμενον: Ονομαστική ενικού μετοχής ουδετέρου γένους του Ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

9) Ἐκπορευόμενος: Ονομαστική ενικού μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

10) Ἐκπορευομένου: Γενική ενικού μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

11) Ἐκπορευομένῳ: Δοτική ενικού μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

12) Ἐκπορευομένων: Γενική πληθυντικού μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

13) Ἐκπορεύονται γ΄ πληθυντικό Οριστικής Ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

14) Ἐκπορεύσονται: γ΄ πληθυντικό Οριστικής Μέλλοντα Μεσοπαθητικής Φωνής.

15) Ἐξεπορεύετο: γ΄ ενικό Οριστικής Παρατατικού Μεσοπαθητικής Φωνής.

16) Ἐξεπορεύοντο: γ΄ πληθυντικό Οριστικής Παρατατικού Μεσοπαθητικής Φωνής.

ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΕΔΑΦΙΑ:

Apoc 16:14,16: «εσν γρ πνεματα δαιμονων ποιοντα σημεα, κπορεεται π τος βασιλες τς οκουμνης λης συναγαγεν ατος ες τν πλεμον τς μρας τς μεγλης το θεο το παντοκρτορος.» «Κα συνγαγεν ατος ες τν τπον τν καλομενον βραϊστ ρμαγεδδν.»

Apoc 19:11-15: «Κα εδον τν ορανν νεγμνον, κα δο ππος λευκς κα καθμενος π ατν [καλομενος] πιστς κα ληθινς, κα ν δικαιοσν κρνει κα πολεμε. ο δ φθαλμο ατο [ς] φλξ πυρς, κα π τν κεφαλν ατο διαδματα πολλ, χων νομα γεγραμμνον οδες οδεν ε μ ατς, κα περιβεβλημνος μτιον βεβαμμνον αματι, κα κκληται τ νομα ατο λγος το θεο. Κα τ στρατεματα [τ] ν τ οραν κολοθει ατ φ πποις λευκος, νδεδυμνοι βσσινον λευκν καθαρν. κα κ το στματος ατο κπορεεται ομφαα ξεα, να ν ατ πατξ τ θνη, κα ατς ποιμανε ατος ν ῥάβδ σιδηρ, κα ατς πατε τν ληνν το ονου το θυμο τς ργς το θεο το παντοκρτορος»

Οι πολλές μορφές της αδικίας: Αρκεί να σκεφτεί κανείς μόνο τα πολλά χρήματα και τον τεράστιο χρόνο, που σπαταλιούνται στην παραγωγή πολεμικών όπλων και εφοδίων, και που τελικά προκαλούν εκατομμύρια άσκοπους θανάτους, ιδιαίτερα μεταξύ των νέων ανθρώπων. Όπως και τα κολοσσιαία ποσά που απαιτούν και επιζητούν οι, ποικίλης μορφής, «νόμιμες» και παράνομες απολαύσεις στα πλαίσια ιδιοτελών παρορμήσεων των ανθρώπων.

Όλα αυτά προκαλούν και εξάπτουν το δίκαιο θυμό του Δημιουργού Ιεχωβά Θεού. Για το λόγο αυτό Εκείνος έχει διορίσει τον Γιο Του για να διεξαγάγει έναν κατά πάντα δίκαιο πόλεμο εναντίον ολόκληρου αυτού του πονηρού συστήματος πραγμάτων, προκειμένου να τερματίσει οριστικά και τελεσίδικα τις αδικίες κάθε μορφής.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 1:16: Apoc 1:20  Hsa 49:2  Mat 17:2

Apoc 4:5: Job 38:35  Jek 1:13  Exo 19:16  Exo 20:18  Exo 25:31  Exo 40:24  Apoc 1:4  Apoc 5:6

Apoc 9:17: 1 Ch 12:8  Pro 28:1  Psa 11:6

Apoc 11:5: Jer 5:14

Apoc 16:14: 1Ti 4:1  Apoc 13:13  Psa 2:2  Apoc 18:3  Apoc 18:9  Jek 38:16  Apoc 19:19  Joe 2:1  Hsa 13:6  Jer 25:33  Jek 30:3  Joe 1:15  Joe 2:11  Soph 1:15  2Pe 3:12

Apoc 22:1: Jek 47:1  Joh 1:29

1) Η λ. Ἐκπορευομένῳ στο εδάφιο Mat 4:4 αποτελεί παραπομπή από σχετικό εδάφιο Εβρ. Γραφ. (Ο΄ Deu 8:3).

2) Η λ. Ἐκπορευέσθαι αναφέρεται στο εδάφιο Act 25:4 στο οποίο (εδάφιο) υπάρχει μείξη ορθού και πλάγιου λόγου. Το φαινόμενο είναι «αρχαιοελληνικός ιδιωματισμός» και μάλιστα «αττικισμός» της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας. Πρόκειται για ένα λογοτεχνικό χαρακτηριστικό της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας το οποίο περιλαμβάνεται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

3) Η σύνθετη αυτή λ. Ἐκπορεύομαι αποτελεί (ως σύνθεση) ένα από τα γνωρίσματα της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας τα οποία περιλαμβάνονται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

4) Η λ. Ἐκπορεύομαι ανήκει στην κατηγορία των συνθέτων λέξεων της Αρχαίας Ελληνικής γλώσσας με την προσθήκη πρόθεσης. Η σύνθεση αυτή δημιουργείται στα πλαίσια του Μεταρρηματικού και του Μετονοματικού Συστήματος του Αρχαίου Ελληνικού γλωσσολογίου.

5) Προέρχομαι, πηγάζω, «περὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, τό πνεῦμα τῆς ἀληθείας ὃ παρὰ τοῦ πατρὸς ἐκπορεύεται» Joh 15:26.

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Come, Depart, Go, Issue, Proceed, Stems, Leaves, Scoot.

Ἐκπορεύομαι, mid. f. εύσομαι, pf. ἐκπεπόρευμαι, to go out, depart, proceed from, come forth; to march, Xen. Anab. vi, 6, 21; impf. ἐξεπορευόμην, ου, ετο, 3. sing. pre. imperat. ἐκπορευέσθω. Fr. ἐκ and πορεύομαι.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Procedere, Exire, Egredi, Divulgari, Eiici, Proficisci.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Komm, Stängel, Blätter, Scoot.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Vieni, Steli, Foglie, Scoot.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Venez, Tiges, Feuilles, Filez.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Ven, Tallos, Hojas, Volotea.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Vem, Caules, Folhas, Scoot.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Kom, Stengels, Bladeren, Scoot.