Ευρετήριο

Ζητέω -ῶ (Β) Κ.Δ. (Ε.Γ./ΚΕΙΜ.)


Ζητῶ (ζητέω)(Α)

Ζητέω -ῶ (ΟΜ)


ΡΙΖΑ: (Δγᾶ) Ζητέω, Ζητεύω

ΕΡΜΗΝΕΙΑ:

1) Ζητώ, ερευνώ, αναζητώ, προσπαθώ να ανεύρω κάτι (Mat 7:7), 2) ανερευνώ, εξετάζω, ανιχνεύω, εξιχνιάζω (Mat 18:45).

3) (Με απαρ.) ζητώ να πράξω κάτι (Mat 11:18, 12:43).

4) Επιθυμώ να πιάσω, να δω (Luk 5:18, 6:19, 9:9).

5) Γυρεύω, ερευνώ, ερωτώ, ψάχνω για κάτι (Luk 17:33).

6) Ζητώ να βρω κάτι, επιθυμώ, απαιτώ (Joh 10:39, 11:8, Mat 12:43, Mar 8:11).

7) Ζητώ κατά προτεραιότητα τη Βασιλεία του Θεού (Mat 6:33).

8) Ζητώ ευκαιρία για… (Mat 26:16, Mar14:55, Joh 5:18) φόνο (Mar 11:18, 14:1, Luk 19:47, 22:12).

9) Ζητώ τιμή και αφθαρσία (Rom 2:7).

10) Ζητώ τα δικά μου (1Co 10:24) και των άλλων (1Co 10:33) την ειρήνη (1Pe 3:11) ζητούν τον θάνατο (Apoc 9:6), σημείον (luk 11:16) πολλά περισσότερα (Luk 12:48) σοφία (1Co 1:22) δοκιμή (2Co 13:2).

11) Ζητώ, επιθυμώ, προσπαθώ (Mat 12:46, 21:46) να δω (Luk 9:9) να περισσεύσετε (1Co 14:12).

12) Ζητούν τον Θεό, να τον βρουν και να τον ψηλαφήσουν (Act 17:27).

13) Ζητώ τη ψυχή, τη ζωή (Mat 2:20, Rom 11:3).

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Ἐπιζητῶ Act 13:7, Ἐκζητῶ 1Pe 1:10, Ἀναζητῶ Luk 2:44, Συζητῶ Luk 22:23.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Ἐπιθυμῶ Luk 16:21, Ὀρέγω Heb 11:16, Ὀμείρομαι 1Th 2:8, Ἀξιῶ Act 28:22, Ἐξερευνῶ Luk 11:50, Εὑρίσκω Mat 7:7, Θέλω Mat 9:13, Ἐπιθυμῶ Luk 16:21, Ἐπιποθῶ 1Th 3:6, Παρακαλῶ Mat 8:5, 14:36, Βούλομαι Act 22:30, Ζηλῶ 1Co 14:1, Δοκιμάζω Luk 12:56, Αἰτῶ Mat 7:7, Ἀπαιτῶ Luk 12:20, Ἐξαιτοῦμαι Luk 22:31, Δίδω Mat 7:7m Διερωτῶ Act 10:17, Ἐρωτῶ Luk 7:36, Ἐπερωτῶ Mat 16:1, Διαγινώσκω Act 23:15, Ὀρέγω Luk 7:36, Ἐξετάζω Mat 10:11, Πυνθάνομαι Mat 2:4, Ἐξαιτοῦμαι Luk 22:31, Ἀκριβῶ Mat 2:7, 16, Κρούω, Ανοίγω Mat 7:7.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Δίδω Mat 5:42, Luk 6:30, 38, Σκύλλω Mat 9:36, Mar 5:35, Luk 8:49.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ρήμα α΄ συζυγίας, συνηρημένο σε -έω.

ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ:

Ενεστ. ζητῶ, Πρτ. ἐζήτουν, Μέλ. ζητήσω, Αόρ. ἐζήτησα, Πρκ. ἐζήτηκα, Υπερσ. ἐζητήκειν.

Μέσ. ενεστ. ζητοῦμαι, Πρτ. ἐζητούμην, Μέλ. μέσ. ζητήσομαι, Μέλ. παθ. ζητηθήσομαι, Αόρ. μέσ. ἐζητησάμην, Αόρ. παθ. ἐζητήθην, Πρκ. ἐζήτημαι, Υπερσ. ἐζητήμην.

ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:

1) Ζητῶ

Α) Αμετάβατο: ζητώ, ψάχνω, ερευνώ.

Β) Μεταβατικό

i) + αιτ.:αναζητώ-ψάχνω κάποιον ή κάτι, επιζητώ-επιδιώκω κάτι.

ii) + τελ.απαρ.: ζητώ να…., επιδώκω να…, προσπαθώ να…,

iii) + πλαγ.ερωτ. πρ.: ζητώ πως…..

iv) με απαρέμφ.: ζητώ να πράξω τι.

2) Ζητοῦμαι

Α) Αμετάβατο: ζητούμαι.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνικό Συντακτικό ΣΥΝΤΑΞΙΣ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Ἐζήτει: γ΄ ενικό Οριστικής Παρατατικού Ενεργητικής Φωνής.

2) Ἐζητεῖτε: β΄ πληθυντικό Οριστικής Παρατατικού Ενεργητικής Φωνής.

3) Ἐζητεῖτο: γ΄ ενικό Οριστικής Παρατατικού Μεσοπαθητικής Φωνής.

4) Ἐζητήσαμεν: α΄ πληθυντικό Οριστικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

5) Ἐζήτησαν: γ΄ πληθυντικό Οριστικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

6) Ἐζήτησεν: γ΄ ενικό Οριστικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

7) Ἐζητοῦμεν: α΄ πληθυντικό Οριστικής Παρατατικού Ενεργητικής Φωνής.

8) Ἐζήτουν: α΄ ενικό ή γ΄ πληθυντικό Οριστικής Παρατατικού Ενεργητικής Φωνής.

9) Ζητεῖ: γ΄ ενικό Οριστικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

10) Ζητεῖν: Απαρέμφατο Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

11) Ζητεῖς: β΄ ενικό Οριστικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

12) Ζητεῖται: γ΄ ενικό Οριστικής Ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

13) Ζητεῖτε: β΄ πληθυντικό Οριστικής ή Προστακτικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

14) Ζητείτω: γ΄ ενικό Προστακτικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

15) Ζητηθήσεται: γ΄ ενικό Οριστικής Μέλλοντα α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

16) Ζητῆσαι: Απαρέμφατο Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

17) Ζητησάτω: γ΄ ενικό Προστακτικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

18) Ζητήσετε: β΄ πληθυντικό Οριστικής Μέλλοντα Ενεργητικής Φωνής.

19) Ζητήσῃ: γ΄ ενικό Υποτακτικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

20) Ζητήσουν: β΄ ενικό Προστακτικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

21) Ζητήσουσιν: γ΄ πληθυντικο Οριστικής Μέλλοντα Ενεργητικής Φωνής.

22) Ζητοῦν: Αιτιατική ενικού μετοχής ουδετέρου γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

23) Ζητοῦντες: Ονομαστική πληθυντικού μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

24) Ζητοῦντι: Δοτική ενικού μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

25) Ζητούντων: Γενική πληθυντικού μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

26) Ζητοῦσιν: γ΄ πληθυντικό Οριστικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

27) Ζητῶ: α΄ ενικό Οριστικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

28) Ζητών: Ονομαστική ενικού μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

ΛΕΞΗ-ΦΡΑΣΕΙΣ-ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ-ΛΕΚΤΙΚΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ-ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

ΛΕΞΗ: Το ρήμα ζητέω (ζητῶ) στο Κείμενο στις κυριότερες αναφορές του ταυτίζεται με την επίμονη και κατ’ εξακολούθηση αναζήτηση προκειμένου και μέχρις ότου να ικανοποιηθεί το αίτημα ή η ανάγκη ή ακόμη η ικανοποίηση μιας έλλειψης.

Στο Κείμενο αναφέρονται αυτά στην φράση: «Αἰτεῖτε καὶ δοθήσεται ὑμῶν, ζητεῖτε καὶ εὑρήσετε, κρούετε καὶ ἀνοιγήσεται ὑμῖν» Mat 7:7 (παραβ. ΕΙΔ. ΑΝΑΦΟΡΕΣ αριθ. 9).

ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ: Οι εκφράσεις που αναφέρουν το ρήμα ζητώ έχουν δύο διαστάσεις: α) αυτές που φυσιολογικά περιμένει κανείς ως ικανοποίηση για κάτι (παραβ. Mat 13:45) και β) αυτές που για να ικανοποιηθούν θα πρέπει ο αιτών να επιμένει (Mat 7:7).

Υπογραμμίζεται ότι σε κάθε αναφορά, γενικά, το ρήμα συνδυαζόμενο με το υποκείμενο ή το αντικείμενο οδηγεί στο γεγονός το οποίο βρίσκεται πίσω από το αίτημα.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ: Mat 6:33, Mat 7:7, Mar 11:24, Luk 11:9, Luk 12:31, Rom 1:17, 14:17, Mat 7:7, Luk 11:9, Mat 13:45, Jac 1:5, 1Jo 5:14, Phl 3:8, Ο΄ Psa 37:25, Pro 2:4, 8:18.

ΕΙΔΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ:

1) Η λ. Ζητοῦσι στο εδάφιο 1Co 1:22 αναφέρεται σε ομοιοτέλευτο σχήμα λόγου δηλαδή με φράση στη οποία συμμετέχουν ή τελειώνουν με τις ίδιες ή με ομόηχες λέξεις.

2) Η λ. Ζητεῖ στο εδάφιο 1Co 13:5 περιλαμβάνεται σ’ ένα κεφάλαιο όπου διακρίνονται φράσεις αναφοράς με απαρίθμηση περιπτώσεων. Πρόκειται για ένα λογοτεχνικό χαρακτηριστικό της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας το οποίο περιλαμβάνεται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

3) Η λ. Ζητεί αναφέρεται στο εδάφιο 1Co 10:24 εμφανίζεται σε ελλειπτική φράση επειδή θεωρήθηκε ως αυτονόητη ή ανθυπονοούμενη η λέξη η οποία παραλείπεται. Το φαινόμενο είναι «αρχαιοελληνικός ιδιωματισμός» και μάλιστα «αττικισμός» της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας. Πρόκειται για ένα λογοτεχνικό χαρακτηριστικό της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας το οποίο περιλαμβάνεται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

4) Η λ. Ζητοῦσιν (μὴ) στο εδάφιο Rom 10:20 αποτελεί εκπλήρωση προφητείας (παραβ. Ο΄ Hsa 65:1).

5) Η λ. Ζητοῦσιν στο εδάφιο Rom 11:3 αποτελεί παραπομπή από σχετικό εδάφιο (Ο΄ 1Ki 19:14, 18).

6) Η λ. Ζητησάτω στο εδάφιο 1Pe 3:11 αποτελεί παραπομπή από σχετικό εδάφιο (Ο΄ Psa 34:12-16).

7) Η λ. Ζητοῦντες στο εδάφιο Mat 2:20 έχει γραφεί σε πληθυντικό (αντί ενικού). Πρόκειται για λογοτεχνικό χαρακτηριστικό της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας το οποίο περιλαμβάνεται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

8) Η λ. Ζητείτω στο εδάφιο 1Co 10:24 εμφανίζεται σε ελλειπτική φράση επειδή θεωρήθηκε ως αυτονόητη ή ανθυπονοούμενη η λέξη η οποία παραλείπεται. Το φαινόμενο είναι «αρχαιοελληνικός ιδιωματισμός» και μάλιστα «αττικισμός» της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας. Πρόκειται για ένα λογοτεχνικό χαρακτηριστικό της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας το οποίο περιλαμβάνεται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

9) Η λ. Στο εδάφιο Mat 7:7 περιέχει την έννοια του ρήματος με σκοπό και στόχο να ικανοποιηθεί αυτό το οποίο ζητείται όταν γίνεται με επιμονή και κατ’ εξακολούθηση.

ΕΒΔΟΜΗΚΟΝΤΑ (Ο'): Gen 19:11, 37:15,16, 19:11, 43:30, 2Sa 3:17, 11:3.



ΖΗΤΩ (ZHTw)|ζητοῦντες|mat|2|20|λέγων· Ἐγερθεὶς παράλαβε τὸ παιδίον καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ καὶ πορεύου εἰς γῆν Ἰσραήλ, τεθνήκασιν γὰρ οἱ ζητοῦντες τὴν ψυχὴν τοῦ παιδίου.

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ζητεῖτε|mat|6|33|ζητεῖτε δὲ πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ, καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν.

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ζητεῖτε,|mat|7|7|Αἰτεῖτε, καὶ δοθήσεται ὑμῖν· ζητεῖτε, καὶ εὑρήσετε· κρούετε, καὶ ἀνοιγήσεται ὑμῖν.

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ζητῶν|mat|7|8|πᾶς γὰρ ὁ αἰτῶν λαμβάνει καὶ ὁ ζητῶν εὑρίσκει καὶ τῷ κρούοντι ἀνοιγήσεται.

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ζητοῦν|mat|12|43|Ὅταν δὲ τὸ ἀκάθαρτον πνεῦμα ἐξέλθῃ ἀπὸ τοῦ ἀνθρώπου, διέρχεται δι' ἀνύδρων τόπων ζητοῦν ἀνάπαυσιν, καὶ οὐχ εὑρίσκει.

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ζητοῦντες|mat|12|46|Ἔτι δὲ αὐτοῦ λαλοῦντος τοῖς ὄχλοις ἰδοὺ ἡ μήτηρ καὶ οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ εἱστήκεισαν ἔξω, ζητοῦντες λαλῆσαι αὐτῷ.

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ζητοῦντές|mat|12|47|εἶπεν δέ τις αὐτῷ· Ἰδοὺ ἡ μήτηρ σου καὶ οἱ ἀδελφοί σου ἑστήκασιν ἔξω ζητοῦντές σε ἰδεῖν.

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ζητοῦντι|mat|13|45|Πάλιν ὁμοία ἐστὶν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἀνθρώπῳ ἐμπόρῳ ζητοῦντι καλοὺς μαργαρίτας·

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ζητεῖ|mat|18|12|Τί ὑμῖν δοκεῖ; ἐὰν γένηταί τινι ἀνθρώπῳ ἑκατὸν πρόβατα καὶ πλανηθῇ ἓν ἐξ αὐτῶν, οὐχὶ ἀφεὶς τὰ ἐνενήκοντα ἐννέα ἐπὶ τὰ ὄρη πορευθεὶς ζητεῖ τὸ πλανώμενον;

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ζητοῦντες|mat|21|46|καὶ ζητοῦντες αὐτὸν κρατῆσαι ἐφοβήθησαν τοὺς ὄχλους, ἐπειδὴ ὡς προφήτην αὐτὸν εἶχον.

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ἐζήτει|mat|26|16|καὶ ἀπὸ τότε ἐζήτει εὐκαιρίαν ἵνα αὐτὸν παραδῷ.

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ἐζήτουν|mat|26|59|οἱ δὲ ἀρχιερεῖς οἱ πρεσβύτεροι καὶ τὸ συνέδριον ὅλον ἐζήτουν ψευδομαρτυρίαν κατὰ τοῦ Ἰησοῦ ὅπως θανατώσωσιν αὐτὸν,

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ζητεῖτε·|mat|28|5|ἀποκριθεὶς δὲ ὁ ἄγγελος εἶπε ταῖς γυναιξί· Μὴ φοβεῖσθε ὑμεῖς· οἶδα γὰρ ὅτι Ἰησοῦν τὸν ἐσταυρωμένον ζητεῖτε·

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ζητοῦντες|mar|8|11|Καὶ ἐξῆλθον οἱ Φαρισαῖοι καὶ ἤρξαντο συζητεῖν αὐτῷ, ζητοῦντες παρ' αὐτοῦ σημεῖον ἀπὸ τοῦ οὐρανοῦ, πειράζοντες αὐτόν.

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ἐζήτουν|mar|11|18|καὶ ἤκουσαν οἱ γραμματεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι καὶ οἱ ἀρχιερεῖς, καὶ ἐζήτουν πῶς αὐτὸν ἀπολέσουσιν· ἐφοβοῦντο γὰρ αὐτόν, ὅτι πᾶς ὁ ὄχλος ἐξεπλήσσετο ἐπὶ τῇ διδαχῇ αὐτοῦ.

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ἐζήτουν|mar|12|12|Καὶ ἐζήτουν αὐτὸν κρατῆσαι, καὶ ἐφοβήθησαν τὸν ὄχλον· ἔγνωσαν γὰρ ὅτι πρὸς αὐτοὺς τὴν παραβολὴν εἶπε. καὶ ἀφέντες αὐτὸν ἀπῆλθον.

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ἐζήτουν|mar|14|1|Ἦν δὲ τὸ πάσχα καὶ τὰ ἄζυμα μετὰ δύο ἡμέρας. καὶ ἐζήτουν οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ γραμματεῖς πῶς αὐτὸν ἐν δόλῳ κρατήσαντες ἀποκτείνωσιν.

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ἐζήτει|mar|14|11|οἱ δὲ ἀκούσαντες ἐχάρησαν, καὶ ἐπηγγείλαντο αὐτῷ ἀργύρια δοῦναι· καὶ ἐζήτει πῶς εὐκαίρως αὐτὸν παραδῷ.

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ἐζήτουν|mar|14|55|Οἱ δὲ ἀρχιερεῖς καὶ ὅλον τὸ συνέδριον ἐζήτουν κατὰ τοῦ Ἰησοῦ μαρτυρίαν εἰς τὸ θανατῶσαι αὐτόν, καὶ οὐχ εὕρισκον·

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ζητεῖτε|mar|16|6|ὁ δὲ λέγει αὐταῖς· Μὴ ἐκθαμβεῖσθε· Ἰησοῦν ζητεῖτε τὸν Ναζαρηνὸν τὸν ἐσταυρωμένον· ἠγέρθη, οὐκ ἔστιν ὧδε· ἴδε ὁ τόπος ὅπου ἔθηκαν αὐτόν.

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ζητοῦντες|luk|2|45|καὶ μὴ εὑρόντες αὐτόν ὑπέστρεψαν εἰς Ἱερουσαλὴμ ζητοῦντες αὐτόν.

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ἐζητοῦμέν|luk|2|48|καὶ ἰδόντες αὐτὸν ἐξεπλάγησαν, καὶ πρὸς αὐτὸν ἡ μήτηρ αὐτοῦ εἶπε· Τέκνον, τί ἐποίησας ἡμῖν οὕτως; ἰδοὺ ὁ πατήρ σου κἀγὼ ὀδυνώμενοι ἐζητοῦμέν σε.

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ἐζητεῖτέ|luk|2|49|καὶ εἶπεν πρὸς αὐτούς· Τί ὅτι ἐζητεῖτέ με; οὐκ ᾔδειτε ὅτι ἐν τοῖς τοῦ πατρός μου δεῖ εἶναί με;

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ἐζήτουν|luk|5|18|καὶ ἰδοὺ ἄνδρες φέροντες ἐπὶ κλίνης ἄνθρωπον ὃς ἦν παραλελυμένος, καὶ ἐζήτουν αὐτὸν εἰσενεγκεῖν καὶ θεῖναι ἐνώπιον αὐτοῦ.

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ἐζήτει|luk|6|19|καὶ πᾶς ὁ ὄχλος ἐζήτει ἅπτεσθαι αὐτοῦ, ὅτι δύναμις παρ' αὐτοῦ ἐξήρχετο καὶ ἰᾶτο πάντας.

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ἐζήτει|luk|9|9|καὶ εἶπεν Ἡρῴδης· Ἰωάννην ἐγὼ ἀπεκεφάλισα· τίς δέ ἐστιν οὗτος περὶ οὗ ἐγὼ ἀκούω τοιαῦτα; καὶ ἐζήτει ἰδεῖν αὐτόν.

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ζητεῖτε,|luk|11|9|κἀγὼ ὑμῖν λέγω, αἰτεῖτε, καὶ δοθήσεται ὑμῖν· ζητεῖτε, καὶ εὑρήσετε· κρούετε, καὶ ἀνοιγήσεται ὑμῖν·

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ζητῶν|luk|11|10|πᾶς γὰρ ὁ αἰτῶν λαμβάνει καὶ ὁ ζητῶν εὑρίσκει καὶ τῷ κρούοντι ἀνοιχθήσεται.

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ἐζήτουν|luk|11|16|ἕτεροι δὲ πειράζοντες σημεῖον παρ' αὐτοῦ ἐζήτουν ἐξ οὐρανοῦ.

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ζητοῦν|luk|11|24|Ὅταν τὸ ἀκάθαρτον πνεῦμα ἐξέλθῃ ἀπὸ τοῦ ἀνθρώπου, διέρχεται δι' ἀνύδρων τόπων ζητοῦν ἀνάπαυσιν, καὶ μὴ εὑρίσκον λέγει· ὑποστρέψω εἰς τὸν οἶκόν μου ὅθεν ἐξῆλθον·

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ζητεῖ,|luk|11|29|Τῶν δὲ ὄχλων ἐπαθροιζομένων ἤρξατο λέγειν· Ἡ γενεὰ αὕτη γενεὰ πονηρά ἐστι· σημεῖον ζητεῖ, καὶ σημεῖον οὐ δοθήσεται αὐτῇ εἰ μὴ τὸ σημεῖον Ἰωνᾶ τοῦ προφήτου.

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ζητοῦντες|luk|11|54|ἐνεδρεύοντες αὐτὸν, ζητοῦντες θηρεῦσαί τι ἐκ τοῦ στόματος αὐτοῦ, ἵνα κατηγορήσωσιν αὐτοῦ.

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ζητεῖτε|luk|12|29|καὶ ὑμεῖς μὴ ζητεῖτε τί φάγητε καὶ τί πίητε, καὶ μὴ μετεωρίζεσθε·

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ζητεῖτε|luk|12|31|πλὴν ζητεῖτε τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν.

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ζητηθήσεται|luk|12|48|ὁ δὲ μὴ γνούς, ποιήσας δὲ ἄξια πληγῶν, δαρήσεται ὀλίγας. παντὶ δὲ ᾧ ἐδόθη πολύ, πολὺ ζητηθήσεται παρ' αὐτοῦ, καὶ ᾧ παρέθεντο πολύ, περισσότερον αἰτήσουσιν αὐτόν.

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ζητῶν|luk|13|6|Ἔλεγεν δὲ ταύτην τὴν παραβολήν· Συκῆν εἶχέν τις ἐν τῷ ἀμπελῶνι αὐτοῦ πεφυτευμένην, καὶ ἦλθε ζητῶν καρπὸν ἐν αὐτῇ, καὶ οὐχ εὗρεν.

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ζητῶν|luk|13|7|εἶπε δὲ πρὸς τὸν ἀμπελουργόν· ἰδοὺ τρία ἔτη ἔρχομαι ζητῶν καρπὸν ἐν τῇ συκῇ ταύτῃ, καὶ οὐχ εὑρίσκω· ἔκκοψον αὐτήν· ἱνατί καὶ τὴν γῆν καταργεῖ;

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ζητήσουσιν|luk|13|24|Ἀγωνίζεσθε εἰσελθεῖν διὰ τῆς στενῆς πύλης· ὅτι πολλοί, λέγω ὑμῖν, ζητήσουσιν εἰσελθεῖν καὶ οὐκ ἰσχύσουσιν.

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ζητεῖ|luk|15|8|Ἢ τίς γυνὴ δραχμὰς ἔχουσα δέκα, ἐὰν ἀπολέσῃ δραχμὴν μίαν, οὐχὶ ἅπτει λύχνον καὶ σαροῖ τὴν οἰκίαν καὶ ζητεῖ ἐπιμελῶς ἕως ὅτου εὕρῃ;

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ζητήσῃ|luk|17|33|ὃς ἐὰν ζητήσῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ σῶσαι, ἀπολέσει αὐτήν, καὶ ὃς ἐὰν ἀπολέσῃ αὐτήν, ζῳογονήσει αὐτήν.

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ἐζήτει|luk|19|3|καὶ ἐζήτει ἰδεῖν τὸν Ἰησοῦν τίς ἐστι, καὶ οὐκ ἠδύνατο ἀπὸ τοῦ ὄχλου, ὅτι τῇ ἡλικίᾳ μικρὸς ἦν.

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ζητῆσαι|luk|19|10|ἦλθε γὰρ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ζητῆσαι καὶ σῶσαι τὸ ἀπολωλός.

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ἐζήτουν|luk|19|47|Καὶ ἦν διδάσκων τὸ καθ' ἡμέραν ἐν τῷ ἱερῷ· οἱ δὲ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ γραμματεῖς ἐζήτουν αὐτὸν ἀπολέσαι καὶ οἱ πρῶτοι τοῦ λαοῦ,

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ἐζήτησαν|luk|20|19|Καὶ ἐζήτησαν οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ γραμματεῖς ἐπιβαλεῖν ἐπ' αὐτὸν τὰς χεῖρας ἐν αὐτῇ τῇ ὥρᾳ, καὶ ἐφοβήθησαν τὸν λαόν· ἔγνωσαν γὰρ ὅτι πρὸς αὐτοὺς τὰς παραβολὰς ἔλεγε.

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ἐζήτουν|luk|22|2|καὶ ἐζήτουν οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ γραμματεῖς τὸ πῶς ἀνέλωσιν αὐτόν· ἐφοβοῦντο γὰρ τὸν λαόν.

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ἐζήτει|luk|22|6|καὶ ἐξωμολόγησε, καὶ ἐζήτει εὐκαιρίαν τοῦ παραδοῦναι αὐτὸν αὐτοῖς ἄτερ ὄχλου.

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ζητεῖτε|luk|24|5|ἐμφόβων δὲ γενομένων καὶ κλινουσῶν τὸ πρόσωπον εἰς τὴν γῆν εἶπον πρὸς αὐτάς· Τί ζητεῖτε τὸν ζῶντα μετὰ τῶν νεκρῶν;

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ζητεῖτε;|joh|1|38|Τί ζητεῖτε; οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ· Ραββί· ὃ λέγεται μεθερμηνευόμενον Διδάσκαλε· ποῦ μένεις;

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ζητεῖ|joh|4|23|ἀλλ' ἔρχεται ὥρα, καὶ νῦν ἐστιν, ὅτε οἱ ἀληθινοὶ προσκυνηταὶ προσκυνήσουσι τῷ πατρὶ ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ· καὶ γὰρ ὁ πατὴρ τοιούτους ζητεῖ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτόν.

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ζητεῖς|joh|4|27|καὶ ἐπὶ τούτῳ ἦλθαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ, καὶ ἐθαύμασαν ὅτι μετὰ γυναικὸς ἐλάλει· οὐδεὶς μέντοι εἶπε, τί ζητεῖς ἤ τί λαλεῖς μετ' αὐτῆς;

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ἐζήτουν|joh|5|16|Καὶ διὰ τοῦτο ἐδίωκον τὸν Ἰησοῦν οἱ Ἰουδαῖοι καὶ ἐζήτουν αὐτὸν ἀποκτεῖναι, ὅτι ταῦτα ἐποίει ἐν σαββάτῳ.

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ἐζήτουν|joh|5|18|διὰ τοῦτο οὖν μᾶλλον ἐζήτουν αὐτὸν οἱ Ἰουδαῖοι ἀποκτεῖναι, ὅτι οὐ μόνον ἔλυε τὸ σάββατον, ἀλλὰ καὶ πατέρα ἴδιον ἔλεγε τὸν Θεόν, ἴσον ἑαυτὸν ποιῶν τῷ Θεῷ.

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ζητῶ|joh|5|30|οὐ δύναμαι ἐγὼ ποιεῖν ἀπ� ἐμαυτοῦ οὐδέν. καθὼς ἀκούω κρίνω, καὶ ἡ κρίσις ἡ ἐμὴ δικαία ἐστίν· ὅτι οὐ ζητῶ τὸ θέλημα τὸ ἐμὸν, ἀλλὰ τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με πατρός.

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ζητεῖτε;|joh|5|44|πῶς δύνασθε ὑμεῖς πιστεῦσαι, δόξαν παρὰ ἀλλήλων λαμβάνοντες, καὶ τὴν δόξαν τὴν παρὰ τοῦ μόνου Θεοῦ οὐ ζητεῖτε;

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ζητοῦντες|joh|6|24|ὅτε οὖν εἶδεν ὁ ὄχλος ὅτι Ἰησοῦς οὐκ ἔστιν ἐκεῖ οὐδὲ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ, ἐνέβησαν αὐτοὶ εἰς τὰ πλοῖα καὶ ἦλθον εἰς Καπερναοὺμ ζητοῦντες τὸν Ἰησοῦν.

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ζητεῖτέ|joh|6|26|ἀπεκρίθη αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς καὶ εἶπεν· Ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ζητεῖτέ με, οὐχ ὅτι εἴδετε σημεῖα, ἀλλ' ὅτι ἐφάγετε ἐκ τῶν ἄρτων καὶ ἐχορτάσθητε.

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ἐζήτουν|joh|7|1|Καὶ περιεπάτει ὁ Ἰησοῦς μετὰ ταῦτα ἐν τῇ Γαλιλαίᾳ· οὐ γὰρ ἤθελεν ἐν τῇ Ἰουδαίᾳ περιπατεῖν, ὅτι ἐζήτουν αὐτὸν οἱ Ἰουδαῖοι ἀποκτεῖναι.

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ζητεῖ|joh|7|4|οὐδεὶς γάρ ἐν κρυπτῷ τι ποιεῖ καὶ ζητεῖ αὐτὸς ἐν παρρησίᾳ εἶναι. εἰ ταῦτα ποιεῖς, φανέρωσον σεαυτὸν τῷ κόσμῳ.

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ἐζήτουν|joh|7|11|οἱ οὖν Ἰουδαῖοι ἐζήτουν αὐτὸν ἐν τῇ ἑορτῇ καὶ ἔλεγον· Ποῦ ἐστιν ἐκεῖνος;

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ζητεῖ,|joh|7|18|ὁ ἀφ' ἑαυτοῦ λαλῶν τὴν δόξαν τὴν ἰδίαν ζητεῖ, ὁ δὲ ζητῶν τὴν δόξαν τοῦ πέμψαντος αὐτόν, οὗτος ἀληθής ἐστιν, καὶ ἀδικία ἐν αὐτῷ οὐκ ἔστιν.

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ζητῶν|joh|7|18|ὁ ἀφ' ἑαυτοῦ λαλῶν τὴν δόξαν τὴν ἰδίαν ζητεῖ, ὁ δὲ ζητῶν τὴν δόξαν τοῦ πέμψαντος αὐτόν, οὗτος ἀληθής ἐστιν, καὶ ἀδικία ἐν αὐτῷ οὐκ ἔστιν.

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ζητεῖτε|joh|7|19|οὐ Μωϋσῆς δέδωκεν ὑμῖν τὸν νόμον; καὶ οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν ποιεῖ τὸν νόμον. τί με ζητεῖτε ἀποκτεῖναι;

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ζητεῖ|joh|7|20|ἀπεκρίθη ὁ ὄχλος καὶ εἶπε· Δαιμόνιον ἔχεις· τίς σε ζητεῖ ἀποκτεῖναι;

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ζητοῦσιν|joh|7|25|Ἔλεγον οὖν τινες ἐκ τῶν Ἱεροσολυμιτῶν· Οὐχ οὗτός ἐστιν ὃν ζητοῦσιν ἀποκτεῖναι;

ΖΗΤΩ (ZHTw)|Ἐζήτουν|joh|7|30|Ἐζήτουν οὖν αὐτὸν πιάσαι, καὶ οὐδεὶς ἐπέβαλεν ἐπ' αὐτὸν τὴν χεῖρα, ὅτι οὔπω ἐληλύθει ἡ ὥρα αὐτοῦ.

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ζητήσετέ|joh|7|34|ζητήσετέ με καὶ οὐχ εὑρήσετε· καὶ ὅπου εἰμὶ ἐγὼ, ὑμεῖς οὐ δύνασθε ἐλθεῖν.

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ζητήσετέ|joh|7|36|τίς ἐστιν οὗτος ὁ λόγος ὃν εἶπε, ζητήσετέ με καὶ οὐχ εὑρήσετε, καὶ ὅπου εἰμὶ ἐγὼ, ὑμεῖς οὐ δύνασθε ἐλθεῖν;

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ζητήσετέ|joh|8|21|Εἶπεν οὖν πάλιν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· Ἐγὼ ὑπάγω καὶ ζητήσετέ με, καὶ ἐν τῇ ἁμαρτίᾳ ὑμῶν ἀποθανεῖσθε· ὅπου ἐγὼ ὑπάγω, ὑμεῖς οὐ δύνασθε ἐλθεῖν.

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ζητεῖτέ|joh|8|37|οἶδα ὅτι σπέρμα Ἀβραάμ ἐστε· ἀλλὰ ζητεῖτέ με ἀποκτεῖναι, ὅτι ὁ λόγος ὁ ἐμὸς οὐ χωρεῖ ἐν ὑμῖν.

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ζητεῖτέ|joh|8|40|νῦν δὲ ζητεῖτέ με ἀποκτεῖναι, ἄνθρωπον ὃς τὴν ἀλήθειαν ὑμῖν λελάληκα, ἣν ἤκουσα παρὰ τοῦ Θεοῦ· τοῦτο Ἀβραὰμ οὐκ ἐποίησεν.

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ζητῶ|joh|8|50|ἐγὼ δὲ οὐ ζητῶ τὴν δόξαν μου· ἔστιν ὁ ζητῶν καὶ κρίνων.

ΖΗΤΩ (ZHTw)|Ἐζήτουν|joh|10|39|Ἐζήτουν οὖν πάλιν πιάσαι αὐτὸν· καὶ ἐξῆλθεν ἐκ τῆς χειρὸς αὐτῶν.

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ἐζήτουν|joh|11|8|λέγουσιν αὐτῷ οἱ μαθηταί· Ραββί, νῦν ἐζήτουν σε λιθάσαι οἱ Ἰουδαῖοι, καὶ πάλιν ὑπάγεις ἐκεῖ;

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ἐζήτουν|joh|11|56|ἐζήτουν οὖν τὸν Ἰησοῦν καὶ ἔλεγον μετ' ἀλλήλων ἐν τῷ ἱερῷ ἑστηκότες· Τί δοκεῖ ὑμῖν; ὅτι οὐ μὴ ἔλθῃ εἰς τὴν ἑορτήν;

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ζητήσετέ|joh|13|33|τεκνία, ἔτι μικρὸν μεθ' ὑμῶν εἰμι· ζητήσετέ με, καὶ καθὼς εἶπον τοῖς Ἰουδαίοις ὅτι ὅπου ὑπάγω ἐγὼ, ὑμεῖς οὐ δύνασθε ἐλθεῖν, καὶ ὑμῖν λέγω ἄρτι.

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ζητεῖτε|joh|16|19|ἔγνω οὖν ὁ Ἰησοῦς ὅτι ἤθελον αὐτὸν ἐρωτᾶν, καὶ εἶπεν αὐτοῖς· Περὶ τούτου ζητεῖτε μετ' ἀλλήλων ὅτι εἶπον, μικρὸν καὶ οὐ θεωρεῖτέ με καὶ πάλιν μικρὸν καὶ ὄψεσθέ με;

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ζητεῖτε;|joh|18|4|Ἰησοῦς οὖν εἰδὼς πάντα τὰ ἐρχόμενα ἐπ' αὐτὸν, ἐξελθὼν εἶπεν αὐτοῖς· Τίνα ζητεῖτε;

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ζητεῖτε;|joh|18|7|πάλιν οὖν αὐτούς ἐπηρώτησε· Τίνα ζητεῖτε; οἱ δὲ εἶπον· Ἰησοῦν τὸν Ναζωραῖον.

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ζητεῖτε,|joh|18|8|ἀπεκρίθη Ἰησοῦς· Εἶπον ὑμῖν ὅτι ἐγώ εἰμι· εἰ οὖν ἐμὲ ζητεῖτε, ἄφετε τούτους ὑπάγειν·

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ἐζήτει|joh|19|12|ἐκ τούτου ἐζήτει ὁ Πιλᾶτος ἀπολῦσαι αὐτόν· οἱ δὲ Ἰουδαῖοι ἔκραζον λέγοντες· Ἐὰν τοῦτον ἀπολύσῃς, οὐκ εἶ φίλος τοῦ Καίσαρος. πᾶς ὁ βασιλέα ἑαυτὸν ποιῶν ἀντιλέγει τῷ Καίσαρι.

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ζητεῖς;|joh|20|15|λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· Γύναι, τί κλαίεις; τίνα ζητεῖς; ἐκείνη δοκοῦσα ὅτι ὁ κηπουρός ἐστι, λέγει αὐτῷ· Κύριε, εἰ σὺ ἐβάστασας αὐτόν, εἰπέ μοι ποῦ ἔθηκας αὐτόν, κἀγὼ αὐτὸν ἀρῶ.

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ζήτησον|act|9|11|ὁ δὲ Κύριος πρὸς αὐτόν· Ἀναστὰς πορεύθητι ἐπὶ τὴν ῥύμην τὴν καλουμένην εὐθεῖαν καὶ ζήτησον ἐν οἰκίᾳ Ἰούδα Σαῦλον ὀνόματι Ταρσέα· ἰδοὺ γὰρ προσεύχεται,

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ζητεῖτε·|act|10|21|καταβὰς δὲ ὁ Πέτρος πρὸς τοὺς ἄνδρας εἶπεν· Ἰδοὺ ἐγώ εἰμι ὃν ζητεῖτε· τίς ἡ αἰτία δι' ἣν πάρεστε;

ΖΗΤΩ (ZHTw)|αὐτοῦ|act|13|8|ἀνθίστατο δὲ αὐτοῖς Ἐλύμας ὁ μάγος - οὕτω γὰρ μεθερμηνεύεται τὸ ὄνομα αὐτοῦ - ζητῶν διαστρέψαι τὸν ἀνθύπατον ἀπὸ τῆς πίστεως.

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ἐζήτει|act|13|11|καὶ νῦν ἰδοὺ χεὶρ Κυρίου ἐπὶ σέ, καὶ ἔσῃ τυφλὸς μὴ βλέπων τὸν ἥλιον ἄχρι καιροῦ. παραχρῆμα δὲ ἔπεσεν ἐπ' αὐτὸν ἀχλὺς καὶ σκότος, καὶ περιάγων ἐζήτει χειραγωγούς.

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ἐζητήσαμεν|act|16|10|ὡς δὲ τὸ ὅραμα εἶδεν, εὐθέως ἐζητήσαμεν ἐξελθεῖν εἰς τὴν Μακεδονίαν, συμβιβάζοντες ὅτι προσκέκληται ἡμᾶς ὁ Κύριος εὐαγγελίσασθαι αὐτούς.

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ἐζήτουν|act|17|5|Προσλαβόμενοι δὲ οἱ ἀπειθοῦντες Ἰουδαῖοι τῶν ἀγοραίων τινὰς ἄνδρας πονηροὺς καὶ ὀχλοποιήσαντες ἐθορύβουν τὴν πόλιν, ἐπιστάντες τε τῇ οἰκίᾳ Ἰάσονος ἐζήτουν αὐτοὺς ἀγαγεῖν εἰς τὸν δῆμον·

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ζητεῖν|act|17|27|ζητεῖν τὸν Κύριον εἰ ἄρα γε ψηλαφήσειαν αὐτὸν καὶ εὕροιεν, καί γε οὐ μακρὰν ἀπὸ ἑνὸς ἑκάστου ἡμῶν ὑπάρχοντα.

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ζητούντων|act|21|31|ζητούντων δὲ αὐτὸν ἀποκτεῖναι ἀνέβη φάσις τῷ χιλιάρχῳ τῆς σπείρης ὅτι ὅλη συγκέχυται Ἱερουσαλήμ·

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ζητούντων|act|27|30|Τῶν δὲ ναυτῶν ζητούντων φυγεῖν ἐκ τοῦ πλοίου καὶ χαλασάντων τὴν σκάφην εἰς τὴν θάλασσαν, προφάσει ὡς ἐκ πρῴρας μελλόντων ἀγκύρας ἐκτείνειν,

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ζητοῦντες|rm|10|3|ἀγνοοῦντες γὰρ τὴν τοῦ Θεοῦ δικαιοσύνην, καὶ τὴν ἰδίαν δικαιοσύνην ζητοῦντες στῆσαι, τῇ δικαιοσύνῃ τοῦ Θεοῦ οὐχ ὑπετάγησαν.

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ζητοῦσιν,|rm|10|20|Ἡσαΐας δὲ ἀποτολμᾷ καὶ λέγει· εὑρέθην τοῖς ἐμὲ μὴ ζητοῦσιν, ἐμφανὴς ἐγενόμην τοῖς ἐμὲ μὴ ἐπερωτῶσι.

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ζητοῦσιν,|1co|1|22|ἐπειδὴ καὶ Ἰουδαῖοι σημεῖον αἰτοῦσι καὶ Ἕλληνες σοφίαν ζητοῦσιν,

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ζητεῖται|1co|4|2|ὃ δὲ λοιπὸν ζητεῖται ἐν τοῖς οἰκονόμοις, ἵνα πιστός τις εὑρεθῇ.

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ζήτει|1co|7|27|δέδεσαι γυναικί; μὴ ζήτει λύσιν· λέλυσαι ἀπὸ γυναικός; μὴ ζήτει γυναῖκα·

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ζητείτω,|1co|10|24|μηδεὶς τὸ ἑαυτοῦ ζητείτω, ἀλλὰ τὸ τοῦ ἑτέρου ἕκαστος.

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ζητῶν|1co|10|33|καθὼς κἀγὼ πάντα πᾶσιν ἀρέσκω, μὴ ζητῶν τὸ ἐμαυτοῦ συμφέρον, ἀλλὰ τὸ τῶν πολλῶν, ἵνα σωθῶσι.

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ζητεῖ|1co|13|5|οὐκ ἀσχημονεῖ, οὐ ζητεῖ τὰ ἑαυτῆς, οὐ παροξύνεται, οὐ λογίζεται τὸ κακόν,

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ζητεῖτε|1co|14|12|οὕτω καὶ ὑμεῖς, ἐπεὶ ζηλωταί ἐστε πνευμάτων, πρὸς τὴν οἰκοδομὴν τῆς ἐκκλησίας ζητεῖτε ἵνα περισσεύητε.

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ζητῶ|2co|12|14|Ἰδοὺ τρίτον ἑτοίμως ἔχω ἐλθεῖν πρὸς ὑμᾶς, καὶ οὐ καταναρκήσω ὑμῶν· οὐ γὰρ ζητῶ τὰ ὑμῶν, ἀλλὰ ὑμᾶς. οὐ γὰρ ὀφείλει τὰ τέκνα τοῖς γονεῦσι θησαυρίζειν, ἀλλ' οἱ γονεῖς τοῖς τέκνοις.

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ζητεῖτε|2co|13|3|ἐπεὶ δοκιμὴν ζητεῖτε τοῦ ἐν ἐμοὶ λαλοῦντος Χριστοῦ, ὃς εἰς ὑμᾶς οὐκ ἀσθενεῖ, ἀλλὰ δυνατεῖ ἐν ὑμῖν.

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ζητῶ|gal|1|10|ἄρτι γὰρ ἀνθρώπους πείθω ἢ τὸν Θεόν; ἢ ζητῶ ἀνθρώποις ἀρέσκειν; εἰ γὰρ ἔτι ἀνθρώποις ἤρεσκον, Χριστοῦ δοῦλος οὐκ ἂν ἤμην.

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ζητοῦντες|gal|2|17|Εἰ δὲ ζητοῦντες δικαιωθῆναι ἐν Χριστῷ εὑρέθημεν καὶ αὐτοὶ ἁμαρτωλοί, ἆρα Χριστὸς ἁμαρτίας διάκονος; μὴ γένοιτο.

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ζητοῦσιν,|phil|2|21|οἱ πάντες γὰρ τὰ ἑαυτῶν ζητοῦσιν, οὐ τὰ Χριστοῦ Ἰησοῦ.

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ζητεῖτε,|col|3|1|Εἰ οὖν συνηγέρθητε τῷ Χριστῷ, τὰ ἄνω ζητεῖτε, οὗ ὁ Χριστός ἐστιν ἐν δεξιᾷ τοῦ Θεοῦ καθήμενος,

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ζητοῦντες|1th|2|6|οὔτε ζητοῦντες ἐξ ἀνθρώπων δόξαν, οὔτε ἀφ' ὑμῶν, οὔτε ἀπὸ ἄλλων, δυνάμενοι ἐν βάρει εἶναι ὡς Χριστοῦ ἀπόστολοι,

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ἐζητεῖτο|hb|8|7|εἰ γὰρ ἡ πρώτη ἐκείνη ἦν ἄμεμπτος, οὐκ ἂν δευτέρας ἐζητεῖτο τόπος.

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ζητησάτω|1pe|3|11|ἐκκλινάτω ἀπὸ κακοῦ καὶ ποιησάτω ἀγαθόν, ζητησάτω εἰρήνην καὶ διωξάτω αὐτήν·

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ζητῶν|1pe|5|8|νήψατε, γρηγορήσατε· ὁ ἀντίδικος ὑμῶν διάβολος ὡς λέων ὠρυόμενος περιπατεῖ ζητῶν τίνα καταπίῃ·

ΖΗΤΩ (ZHTw)|ζητήσουσιν|Apoc|9|6|καὶ ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις ζητήσουσιν οἱ ἄνθρωποι τὸν θάνατον καὶ οὐ μὴ εὑρήσουσιν αὐτόν, καὶ ἐπιθυμήσουσιν ἀποθανεῖν, καὶ φεύξεται ἀπ' αὐτῶν ὁ θάνατος.


EKΤΥΠΩΣΗ εκτύπωση

επιστροφή σε Gal 1:1, Gal 2:17,