Ευρετήριο

Ἐλεεινός



ΡΙΖΑ: < ΕΛΕΟΣ (βλ.λ.).

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Άξιος ελέους, αξιολύπητος, οικτρός, άξιος συμπάθειας.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Ἔλεος Luk 1:50, Ἐλεημοσύνη Mat 6:2, Ἐλεῶ Rom 9:15.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Ταλαίπωρος Rom 7:24, Κακῶς (ἔχω) Mat 4:24.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Εὔφημος Phl 4:8, Εὐχάριστος Col 3:15.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Επίθετο β΄ κλίσης, τρικατάληκτο σε: -ος, -η, -ον.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΕΠΙΘΕΤΑ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΕΠΙΘΕΤΟΥ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Ἐλεεινός: Ονομαστική ενικού αρσενικού γένους.

2) Ἐλεεινότερος: Ονομαστική ενικού αρσενικού γένους συγκριτικού βαθμού.

ΝΟΜΟΙ-ΕΝΤΟΛΕΣ-ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ-ΠΡΟΣΤΑΓΕΣ-ΥΠΕΝΘΥΜΙΣΕΙΣ:

Apoc 3:17: «τι λγεις τι πλοσις εμι κα πεπλοτηκα κα οδν χρεαν χω, κα οκ οδας τι σ ε ταλαπωρος κα λεεινς κα πτωχς κα τυφλς κα γυμνς,»

1) (Γεν.) εκείνος που είναι άξιος ελέους, συμπαθείας. Ο αξιοθρήνητος, καταφρονημένος και αξιολύπητος.

2) (Ειδ.) αυτός που προκαλεί γενική αποδοκιμασία και απόρριψη λόγω των πράξεών του, που έγιναν με αθέμιτο, αφύσικο και προκλητικό τρόπο, περιφρονώντας το περί δικαίου αίσθημα του περιβάλλοντός του.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 3:17: Ho 12:8  1 Co 4:8  2 Pe 1:9

1) Η λ. Ἐλεεινός χρησιμοποιείται σε μοναδική αναγραφή στο πρωτότυπο κείμενο των Χριστιανικών Ελληνικών Γραφών (Καινή Διαθήκη).

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Miserable, Seedy.

Ἐλεεινός, ή, όν, affecting, deserving or exciting compassion, De mosth. 178, 52, wretched, miserable, pitiable, Plat. Gorg. 469, A; also, merciful, compassionate, Matt. v, 7. “The Attic Poets do not appear to have used the form ἐλεεινός, but ἐλεινός. The reading, therefore, in Brunck’s edition of Soph. Œd. T. 672, Trach. 528, Phil. 1130, Aristoph. Acharn. 413, Thesm. 1063, should be corrected.” Dunbar. This correction was made many years ago by Porson, by analogy to some other adjectives; as δεινός from δέος, κλεινός from κλέος, etc.; see his Pref. to Hecub. 7; it was adopted also by Elmsley. Yet the Mss. of Æschylus, Sophocles, and Aristophanes, concur in ἐλεεινός. Homer always uses ἐλεεινός, Il. ii, 314, et passim. Fr. ἔλεος.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Miserabilis.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Schäbig.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Pieno di semi.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Miteux.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Sórdido.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Puído.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Verlopen.