Ευρετήριο

Ἐλεφάντινος



ΡΙΖΑ: < ΕΛΕΦΑΣ (γεν. ΕΛΕΦΑΝΤ-ΟΣ), αγν. ετύμου, μάλλον αρχαιότατο δάνειο από την περιοχή της Μ. Ασίας.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Ο κατασκευασμένος από ελεφαντόδοντο.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Σκεῦος Apoc 18:12, Χρυσός 2Ti 2:20.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Ξύλινος 2Ti 2:20, Ὀστράκινος 2Ti 2:30, Κεραμεικός Apoc 2:27.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Επίθετο β΄ κλίσης, δικατάληκτο σε: -ος, -η, -ον.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΕΠΙΘΕΤΑ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΕΠΙΘΕΤΟΥ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Ἐλεφάντινον: Αιτιατική ενικού ουδετέρου γένους.

ΛΕΞΙΚΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ:

Apoc 4:6: «κα νπιον το θρνου ς θλασσα αλνη μοα κρυστλλ. Κα ν μσ το θρνου κα κκλ το θρνου τσσαρα ζα γμοντα φθαλμν μπροσθεν κα πισθεν.»

Apoc 5:8: «Κα τε λαβεν τ βιβλον, τ τσσαρα ζα κα ο εκοσι τσσαρες πρεσβτεροι πεσαν νπιον το ρνου χοντες καστος κιθραν κα φιλας χρυσς γεμοσας θυμιαμτων, α εσιν α προσευχα τν γων»

Apoc 18:11-13: «Κα ο μποροι τς γς κλαουσιν κα πενθοσιν π ατν, τι τν γμον ατν οδες γορζει οκτι γμον χρυσο κα ργρου κα λθου τιμου κα μαργαριτν κα βυσσνου κα πορφρας κα σιρικο κα κοκκνου, κα πν ξλον θϊνον κα πν σκεος λεφντινον κα πν σκεος κ ξλου τιμιωττου κα χαλκο κα σιδρου κα μαρμρου, κα κιννμωμον κα μωμον κα θυμιματα κα μρον κα λβανον κα ονον κα λαιον κα σεμδαλιν κα στον κα κτνη κα πρβατα, κα ππων κα εδν κα σωμτων, κα ψυχς νθρπων.»

Όλα τα πολύτιμα πράγματα και αντικείμενα, κατά τους ιστορικούς της εποχής, ήταν είδη πολυτελείας, τα οποία πωλούσαν οι έμποροι σε πολύ υψηλές τιμές, όπως π.χ. τα μαργαριτάρια και η πορφύρα (παραβ. Mat 13:46). Πελάτες στους εμπρόρους ειδών πολυτελείας ήταν οι ηγεμόνες, οι εξέχοντες πολίτες και τα επιφανή πρόσωπα. Γνωστή «πορφυροπῶλις» ήταν η Λυδία από τα Θυάτειρα που έμενε στους Φιλίππους (Act 16:14,40).

Σχετικά με όλα αυτά, ο θεόπνευστος Λόγος του Θεού αναφέρει: «Ὡσαύτως [καὶ] γυναῖκας ἐν καταστολῇ κοσμίῳ μετὰ αἰδοῦς καὶ σωφροσύνης κοσμεῖν ἑαυτάς, μὴ ἐν πλέγμασιν καὶ χρυσίῳ ἢ μαργαρίταις ἢ ἱματισμῷ πολυτελεῖ» (1Ti 2:9).

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 18:12: Jek 27:12  Jek 27:22

1) Η λ. Ἐλεφάντινος χρησιμοποιείται σε μοναδική αναγραφή στο πρωτότυπο κείμενο των Χριστιανικών Ελληνικών Γραφών (Καινή Διαθήκη).

1) α) ΑΓΓΛΙΚΕΣ ΛΕΞΕΙΣ ΜΕ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΙΖΑ: Elephant, Elephantiasic, Elephantiasis, Elephantine, Elephantoid.

β) ΑΓΓΛΙΚΑ: Ivory.

Ἐλεφάντινος, η, ον, of or belonging to an elephant; of ivory, Theocr. xxiv, 29; tῇ χειρὶ τῇ ἐλεφαντίνῃ, with the ivory hand of the goddess, Aristoph. Eq. 1167. The celebrated statue of Minerva by Phidias had the face, feet, and hands of ivory, the rest of gold. Fr. ἐλέφας.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Eboris.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Ivory.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Ivory.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Ivoire.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Marfil.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Marfim.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Ivoor.