Ευρετήριο

Ἑλληνικός



ΡΙΖΑ: < ΕΛΛΗΝ + κατάλ. -ΙΚΟΣ (βλ.λ. Ἕλλην).

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Ελληνικός.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Ἑλλάς Act 20:2, Ἕλλην Joh 16:1,3 7:35, 12:20, Ἑλληνίς Mat 7:26, Ἑλληνισταί Act 16:1, Ἑλληνιστί Joh 19:20.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Ὄνομα Apoc 9:11, Γράφω Mat 27:37, Joh 19:19, Σοφία 1Co 1:22, Διασπορά Joh 7:37, Ἔθνος Luk 7:5, Ἐθνικός Gal 2:14.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Βάρβαρος Rom 1:14.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Επίθετο β΄ κλίσης, τρικατάληκτο σε: -ος, -ος, -ον.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΕΠΙΘΕΤΑ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΕΠΙΘΕΤΟΥ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Ἑλληνικῇ: Δοτική ενικού θηλυκού γένους.

ΠΑΡΑΛΛΗΛΕΣ ΣΥΜΦΡΑΖΟΜΕΝΕΣ ΕΚΦΡΑΣΕΙΣ:

Η σημασία των ελληνικών λέξεων στα θεόπνευστα κείμενα

Η χρήση της Κοινής Ελληνικής από τους θεόπνευστους Χριστιανούς συγγραφείς.

Εφόσον οι συγγραφείς των θεόπνευστων Χριστιανικών Γραφών είχαν ως μέλημά τους να μεταδώσουν το άγγελμά τους με κατανοητό τρόπο σε όλους τους ανθρώπους, δεν χρησιμοποίησαν την κλασική αρχαία ελληνική, αλλά την Κοινή. Όλοι αυτοί οι συγγραφείς ήταν Ιουδαίοι. Αν και Σημίτες, δεν ενδιαφέρονταν για τη διάδοση του σημιτισμού, αλλά για την αλήθεια της αγνής Χριστιανοσύνης, μέσω δε της ελληνικής γλώσσας μπορούσαν να προσεγγίσουν περισσότερους ανθρώπους. Μπορούσαν να εκπληρώσουν καλύτερα την αποστολή τους, η οποία ήταν να «κάνουν μαθητές από όλα τα έθνη». (Mat 28:19, 20) Επίσης, η Κοινή Ελληνική αποτελούσε ένα θαυμάσιο εργαλείο το οποίο τους επέτρεπε να εκφράζουν καλά τις λεπτότατες νοηματικές αποχρώσεις που ήθελαν να παρουσιάσουν.

Οι θεόπνευστοι Χριστιανοί συγγραφείς προσέδωσαν δύναμη, αξιοπρέπεια και θέρμη στην Κοινή Ελληνική, χάρη στο εξυψωμένο άγγελμά τους. Οι ελληνικές λέξεις απέκτησαν πλουσιότερη, πληρέστερη και πνευματικότερη σημασία μέσα στα συμφραζόμενα των θεόπνευστων Αγίων Γραφών.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 9:11: Apoc 9:1  Apoc 20:1  Luk 4:34  Apoc 19:15

1) Η λ. Ἑλληνικός χρησιμοποιείται σε μοναδική αναγραφή στο πρωτότυπο κείμενο των Χριστιανικών Ελληνικών Γραφών (Καινή Διαθήκη).

2) Διάλεκτος: Οι διάλεκτοι που έχουν άμεσο σχέση με το κείμενο είναι:

α) Η Ελληνική γλώσσα είναι εκείνη στην οποία έχουν γραφεί το σύνολο των Χριστιανικών Ελληνικών Γραφών (Κοινή Διαθήκη). Στην Ελληνική λοιπόν γλώσσα έχει γραφεί το μήνυμα του Ευαγγελίου (καλών νέων) για τη Βασιλεία του Θεού (Mat 6:10) για τη σωτηρία, την Καινή διδαχή και την αλήθεια (Mar 1:27, Act 17:19). Η Ελληνική γλώσσα εμφανίζεται με την Αττική διάλεκτο, την Ιωνική διάλεκτο και Κοινή Ελληνική. Το σύνολο αυτών αποτελούν κατά τους γλωσσολόγους την Κλασσική Ελληνική γλώσσα και κύριο βασικό χαρακτηριστικό γνώρισμα της μορφολογίας της είναι η διάκριση του ονοματικού και ρηματικού κλιτικού συστήματος (παραβ. Ιστορία της Ελλην. Γλώσσας από τις αρχές έως την ύστερη αρχαιότητα του Ιδρ. Μαν. Τριανταφυλλίδη σελ. 300, 304, 421).

β) Η Εβραϊκή και Αραμαϊκή γλώσσα είναι εκείνη στην οποία έχει γραφεί το σύνολο των Εβραϊκών-Αραμαϊκών Γραφών (Παλαιά Διαθήκη). Ειδικότερα η Εβραϊκή γλώσσα ως ιερά γλώσσα των Ιουδαίων λογίων, νομικών και εγκρατών ήταν η γλώσσα στην οποία ανεγνώσκοντο στις συναγωγές τα κείμενα των Εβραϊκών Γραφών και ετελούντο ορισμένες λειτουργικές ακολουθίες. Τα Εβραϊκά αυτά κείμενα μετεφράζοντο στίχος προς στίχον στην Αραμαϊκή γλώσσα η οποία ήταν η μόνη λαϊκή γλώσσα στην Παλαιστίνη (παραβ.: Mat 1:23, Mar 5:41, 15:22,34, Joh 1:38,41, Act 4:36, 13:8). Επίσης Megilla IV, 4, 6, 10).

γ) Τέλος η Ρωμαϊκή (Λατινική) γλώσσα χρησιμοποιείται μόνο στα επίσημα έγγραφα, επιγραφές κ.λπ. από την εποχή του Καίσαρος (Mat 22:17, Luk 2:1, 3:1), δεδομένου ότι κατά τους πρώτους αιώνες η επικοινωνία των ρωμαϊκών υπαλλήλων με τους επαρχιακούς ήταν αποκλειστικά στην Ελληνική γλώσσα. Στα πλαίσια αυτά ήταν συνηθέστατη η εμφάνιση επιγραφών σε τρεις γλώσσες Εβραϊκή, Ελληνική, Ρωμαϊκή (παραβ. Joh 19:20, επίσης Ιωσήπου III V, 5, 2, VI 2, 4 στο βιβλίο A. Deismann: Light Von Osten (1923) σελ. 63) (Σημ.: οι λέξεις του κειμένου σε Εβραϊκή, Αραμαϊκή ή Ρωμαϊκή γλώσσα επισημαίνονται στις αναλύσεις των λ. χωριστά).

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Grecian, Hellenic, Greek.

Ἑλληνικός, ή, όν, Grecian, Hellenic, Greek, Eurip. Alc. 700, et passim; also, a lover of Greek literature; τὸ Ἑλληνικόν, Greece, Thucyd. I, 1; τὰ Ἑλληνικά, Grecian affairs; ἑλληνικώτατος, most devoted to the Greeks, Demosth. 439, 26. Th. Ἕλλην.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Graecus, Hellen.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Grecian, Hellenic, Griechisch.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Greco, Ellenica,.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Grec, Hellénique.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Griega, Helénica.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Grega, Helênica.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Grecian, Helleense, Grieks.