Ευρετήριο

Ἔμπροσθεν



ΡΙΖΑ: ΕΝ+ΠΡΟΣΘΕΝ (βλ. ΕΙΔ. ΧΑΡΑΚΤΗΡ. ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ 5 και 6).

ΕΡΜΗΝΕΙΑ:

1) (Επί τόπου) έμπροσθεν τινός, ενώπιον τινός.

2) (Επί χρόν.) προ, πρότερον, παλαιότερον.

3) (Από) μπροστά.

4) (Ως επίθ.) αυτός που βρίσκεται μπροστά ή προηγείται.

5) Σε προηγούμενο χρόνο, πριν από.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Ἐν Mat 6:23.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Ἐνώπιον Luk 1:19, Κατενώπιον Jud 24, Πρότερον 2Co 1:15, Πρῶτος Joh 8:13, Ἵστημι Jud 24, Παρίστημι Rom 6:19, Παριστάνω Rom 6:16, Ἔναντι Act 8:21, Ἀπέναντι Act 3:16, Κατέναντι 2Co 12:19, Πρὶν Joh 14:29, Ἐναντίον Luk 20:26.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Ὄπισθεν Mat 9:20, Mar 5:27, Luk 8:44, Ὀπίσω Mat 4:19, Mar 1:17, 20.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Επίρρημα τοπικό.

1) Η σύνθετη αυτή λ. Ἔμπροσθεν (βλ. ΡΙΖΑ) στο εδάφιο Phl 3:13 αναφέρεται σε ομοιοτέλευτο σχήμα λόγoυ δηλ. με φράση στην οποία συμμετέχουν ή τελειώνουν με τις ίδιες ή με ομόηχες λέξεις.

2) Η λ. Ἔμπροσθεν στο εδάφιο Mat 6:1, 10:32,23 …(ως καταχρηστική πρόθεση) αποτελεί (μορφο)συντακτικό φαινόμενο που χαρακτηρίζει την «Κοινή» Ελληνική γλώσσα το οποίο περιλαμβάνεται στο πρωτότυπο κείμενο των Χριστιανικών Ελληνικών Γραφών (Καινή Διαθήκη).

3) Η λ. Ἔμπροσθεν στο εδάφιο Mat 11:10 αποτελεί εκπλήρωση προφητείας (παραβ. Ο΄ Mal 3:1, Hsa 40:3).

4) Η λ. Ἔμπροσθεν στο εδάφιο Luk 7:27 αποτελεί εκπλήρωση προφητείας (παραβ. Ο΄ Mal 3:1, Hsa 40:3).

5) Η λ. Ἔμπροσθεν αποτελεί (ως σύνθεση) ένα από τα γνωρίσματα της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας τα οποία περιλαμβάνονται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

6) Η λ. Ἔμπροσθεν ανήκει στην κατηγορία των συνθέτων λέξεων της Αρχαίας Ελληνικής γλώσσας με την προσθήκη πρόθεσης. Η σύνθεση αυτή δημιουργείται στα πλαίσια του Μεταρηματικού και του Μετονοματικού Συστήματος του Αρχαίου Ελληνικού γλωσσολογίου.

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Before, Presence, Sight of (in the).

Ἔμπροσθεν, and ἔμπροσθε, adv. before, in front; forward; in presence of; formerly; ἐν τῷ ἔμπροσθεν, formerly; οἱ ἔμπροσθεν, the van of an army, Xen. Cyr. ii, 4, 3; also, the principal persons; ἐκ τοῦ ἔμπροσθεν, opposite; ἐκ τῶν ἔμπροσθεν, from what preceded; εἰς τὸ ἔμπροσθεν, forward, farther; in furure; in Grammar, nearer the end of the book, below. Fr. πρόσθεν, the same with gen. Th. πρό.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Ante, Coram, In Conspectu.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Vor.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Davanti.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Devant.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Delante de.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Em frente.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Voor.