Ευρετήριο

Ἐνιαυτός



ΡΙΖΑ: < ΕΝ-ΙΑΥ-ΤΟΣ, ΕΝ < I.E. *EN- ΙΑU- απαντά και στο ΙΑΥΩ «κοιμάμαι» (βλ. ΕΙΔ. ΧΑΡΑΚΤΗΡ. ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ 1 και 3).

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Έτος - χρονικός κύκλος με διάρκεια 12 μηνών (Gen 5:1-32). Αντιστοιχεί σε μια πλήρη περιφορά της Γης γύρω από τον Ήλιο.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Αὐλή Joh 10:8.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Ἔτος Luk 3:1, Διετής Mat 2:16, Διετία Act 24:27, Τριετία Act 20:31, Πέρισυ 2Co 8:10, Εκατονταετής Rom 4:19, Ἡμέρα Luk 1:7, 18, Ἐφημερία Luk 1:8, Μήν Luk 1:26.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Μήτε ἀρχήν ἡμερῶν Heb 7:3.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ουσιαστικό β΄ κλίσης, αρσενικού γένους: Ἐνιαυτός, -οῦ.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Ἐνιαυτόν: Αιτιατική ενικού.

2) Ἐνιαυτοῦ: Γενική ενικού.

3) Ἐνιαυτούς: Αιτιατική πληθυντικού.

ΕΙΔΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ:

1) Η σύνθετη αυτή λ. Ἐνιαυτός (βλ. ΡΙΖΑ) αποτελεί (ως σύνθεση) ένα από τα γνωρίσματα της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας τα οποία περιλαμβάνονται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

2) Η λ. Ἐνιαυτόν στο εδάφιο Luk 4:19 αποτελεί παραπομπή από σχετικό εδάφιο Εβρ. Γραφ. (Ο΄ Hsa 58:6).

3) Η λ. Ἐνιαυτός ανήκει στην κατηγορία των συνθέτων λέξεων της Αρχαίας Ελληνικής γλώσσας με την προσθήκη πρόθεσης. Η σύνθεση αυτή δημιουργείται στα πλαίσια του Μεταρηματικού και του Μετονοματικού Συστήματος του Αρχαίου Ελληνικού γλωσσολογίου.

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Year.

Ἐνιαυτός, οῦ, ὁ, a year; ἅπαξ τοῦ ἐνιαυτοῦ ἑκάστου, once in each year, Demosth. 1371, 6; εἰς τὸν ἐνιαυτόν, for a year, Xen. Œcon. 7, 36; περιτελλόμενος, revolving, Il. viii, 404; περιπλομένους, Il. xiii, 833; κατ’ ἐνιαυτόν, yearly; δι’ ἐνιαυτοῦ, through the year. Thl. probably ἔνος.

- ἐνι^-αυτός , ὁ, (ἐνί, αὐτός) prop.

A. anniversary, “μηδὲ τᾷ ὑστεραίᾳ μηδ᾽ ἐν ταῖς δεκάταις μηδ᾽ ἐν τοῖς ἐνιαυτοῖς” Michel995 C49 (pl., Delph.): hence πρὸ τῶ ἐ. before the lapse of a year, Leg.Gort.9.29; ἐνιαυτῷ on the expiry of a year, ib.1.35; and so, any long period of time, cycle, period, ἔτος ἦλθε περιπλομένων ἐνιαυτῶν as times rolled on the year came, Od.1.16; “ἐπιπλομένων ἐ.” Hes.Th.493, Sc.87; “χρονίους ἐτῶν παλαιῶν ἐνιαυτούς” Ar.Ra.347; “πόλιν ἐνιαυτόν τινα ἔδοσαν ἐνοικεῖν” Th.3.68; ὁ μέγας ἐ., of a Pythagorean cycle, Eudem. ap. Theo Sm. p.198H.; also of the Metonic Cycle of nineteen years, D.S.12.36; of a period of 600 years, J.AJ1.3.9:—“ἀΐδιος ἐ.” Apollod.3.4.2.

2. = ἔτος, a year, “εἴνατός ἐστι περιτροπέων ἐ.” Il.2.295; “δεκάτους περιτελλομένους ἐ.” 8.404; “Διὸς ἐνιαυτοί” 2.134; μῆνές τε καὶ ἐνιαυτῶν περίοδοι Pl.Ti.47a; “ἐ. ἡμερῶν” LXX Le.25.29; “ἐνιαυτόν” during a year, Od.1.288; αἱ σπονδαὶ ἐνιαυτὸν ἔσονται Indut. ap. Th.4.118; “ἐπεί κε ὠνίαυτος ἐξέλθῃ” IG12(2).1.12 (Mytil., iv B. C.); “τὸν πρῶτον ἐ.” Lys.32.8; ὁπηνίκα . . τοὐνιαυτοῦ at what time in the year, Ar.Fr.569.7; δὶς τοῦ ἐ. twice a year, Pl.Criti.118e; “τοῦ ἐ.” every year, X.Vect.4.23; “ἑκάστου ἐ.” Id.Ath.3.4; but “ἕκαστον τὸν ἐ.” IG2.1055.4: with Preps., “δι᾽ ἐνιαυτοῦ” Antipho Fr.28; δι᾽ ἐ. πέμπτου every five years, Pl.Criti.119d; θητεύσαμεν εἰς ἐ. for a year, Il.21.444; “τελεσφόρον εἰς ἐ.” 19.32; κατ᾽ ἐνιαυτὸν ἄρξαι for a year, Th.1.93; or, every year, Isoc.3.17, Diph.38.5; “καθ᾽ ἕκαστον ἐ.” Id.89; ἐπ᾽ ἐ. for a year, Pl.Lg.945b, etc.; μετὰ τὸν ἐ. at the end of the year, Th.1.138; παρ᾽ ἐνιαυτὸν ἄρχειν in alternate years, D.S.4.65; πρὸ ἐνιαυτοῦ a year before, Plu.2.147e; ἐς τὸν σᾶτες ἐ. for the current year, IG14.256 (Phintias); ἐν τῷ καθ᾽ ἕτος ἐ. in the current year, CIG3641b5 (Lampsacus).

3. Ἐνιαυτός, personified, Ael.Fr.19, Orph.Fr.127.3 (s. v.l.), Procl.in Ti.3.41 D.

II. name for a Cornucopiae, Callix.2, cf. Ath.11.783c.

ἐνιαυτός : year. Perhaps originally a less specific term than ἔτος, ἔτος ἦλθε περιπλομένων ἐνιαυτῶν, ‘as time and seasons rolled round,’ Od. 1.16 ; Διὸς ἐνιαυτοί, Il. 2.134 (cf. Od. 14.93).

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Annus, Per singulos annos, Bruma, Aestas.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Jahr, Jahrgang, Schuljahr.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Anno, Annata.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Année, An.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Año, Curso, Edad, Promoción, Juventud, Infancia.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Ano.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Jaar.