Ευρετήριο

Ἐπιγράφω



ΡΙΖΑ: < ΕΠΙ + ΓΡΑΦΩ (βλ.λ. Ἐπί και Γράφω).

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Γράφω επάνω σε κάτι, επιγράφω, εγχαράσσω, αποτυπώνω.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Ἐπί Mar 13:9, Γράφω Joh 8:6, Ἐπιγραφή Mat 22:20, Mar 12:16, 15:26, Προγράφω Eph 3:3, Ἐγγράφω Luk 10:20, Απογράφω Heb 12:23, Γραφή Mat 12:10, Γραπτός Rom 2:15, Γραμματεύς Mat 13:52.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Ἐπιστολή Rom 16:22, Ἐπιστέλλω Act 15:20, Βιβλίον Mat 19:7, Μεμβράνη 2Ti 4:13, Ἀποστέλλω Heb 13:22, Ἀναγινώσκω Mat 12:3, Μελετῶ 1Ti 4:15, Προσέχω 1Ti 4:13, Αἰτία Mat 27:37.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Ἀμελῶ Heb 2:3, 8:9, Ἀγνοῶ 1Co 14:38.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ρήμα α΄ συζυγίας, βαρύτονο.

ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ:

Ενεστ. ἐπιγράφω, Πρτ. ἐπέγραφον, Μέλ. ἐπιγράψω, Αόρ. ἐπέγραψα, Πρκ. ἐπιγέγραφα, Υπερσ. ἐπεγεγράφειν.

Μέσ. Ενεστ. επιγράφομαι, Πρτ. ἐπεγραφόμην, Μέλ. μέσ. ἐπιγράψομαι, Μελ. παθ. ἐπιγραφήσομαι, Αόρ. μέσ. ἐπεγραψάμην, Αόρ. παθ. ἐπεγράφην, Πρκ. ἐπιγέγραμμαι, Υπερσ. ἐπεγεγράμμην.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΡΗΜΑΤΑ.

ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:

1) Ἐπιγράφω

Α) Μεταβατικό

i) + αιτ. + επί + αιτ.: γράφω κάτι πάνω σε…, επιγράφω κάτι σε… (Heb 8:10 …Ἐπί καρδίας… ἐπιγράψω αὐτοὺς).

2) Ἐπιγράφομαι

Α) Αμετάβατο: επιγράφομαι (Mar 15:26 …Ἐπιγραφή τῆς αἰτίας … ἐπιγεγραμμένη…).

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνικό Συντακτικό ΣΥΝΤΑΞΙΣ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Ἐπεγέγραπτο: γ΄ ενικό Οριστικής Υπερσυντελίκου Μεσοπαθητικής Φωνής.

2) Ἐπιγεγραμμένα: Αιτιατική πληθυντικού μετοχής ουδετέρου γένους του Παρακειμένου Μεσοπαθητικής Φωνής.

3) Ἐπιγεγραμμένη: Ονομαστική ενικού μετοχής θηλυκού γένους του Παρακειμένου Μεσοπαθητικής Φωνής.

4) Ἐπιγράψω: α΄ ενικό Οριστικής Μέλλοντα Ενεργητικής Φωνής.

ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΕΔΑΦΙΑ:

Apoc 21:12: «ἔχουσα τεῖχος μέγα καὶ ὑψηλόν, ἔχουσα πυλῶνας δώδεκα καὶ ἐπὶ τοῖς πυλῶσιν ἀγγέλους δώδεκα καὶ ὀνόματα ἐπιγεγραμμένα, ἅ ἐστιν [τὰ ὀνόματα] τῶν δώδεκα φυλῶν υἱῶν Ἰσραήλ»

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 21:12: Hsa 60:18  Exo 28:21  Exo 39:14

1) Η σύνθετη αυτή λ. Ἐπιγράφω (βλ. ΡΙΖΑ) αποτελεί (ως σύνθεση) ένα από τα γνωρίσματα της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας τα οποία περιλαμβάνονται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

2) «ΕΥΡΟΝ ΚΑΙ ΒΩΜΟΝ ΕΝ Ω ΕΠΕΓΕΓΡΑΠΤΟ: ΑΓΝΩΣΤΩ ΘΕΩ» (Act 17:23). Η αναφορά περί βωμού με την επιγραφή: ΑΓΝΩΣΤΩ ΘΕΩ ανάγεται στην έκφραση της αλήθειας περί υπάρξεως ΕΝΟΣ και ΜΟΝΟΥ ΥΨΙΣΤΟΥ ΘΕΟΥ, ο οποίος ενώ πολυωνυμείται (δηλ. έχει και λατρεύεται υπό πολλά ονόματα, έχει όμως (ένα) μέγα Όνομα, μεγάλη φήμη, είναι Ονομαστός και Περίφημος). Η ιστορικότητα της αλήθειας αυτής στοιχειοθετείται και από τον χρησμό του Απόλλωνος της Ελληνιστικής εποχής, όπου υπάρχει η έκφραση: …ΤΩΝ ΠΑΝΤΩΝ ΥΠΑΤΟΝ ΘΕΟΝ (Ε)ΜΜΕΝ (Ι)ΑΩ. Ο χρησμός αυτός ενισχύει την άποψη ότι επί της θύρας του εν Δελφοίς Ναού του Απόλλωνος διγράμματος επιγραφή ΕΙ σημαίνει τον ΕΝΑ Υψιστον Μοναδικόν Αληθινόν Ανώνυμον Θεόν. Αυτόν που αναφέρει η ιερά Βίβλος των Ιουδαίων (σ.σ. Πεντάτευχος) αποκεκαλυμμένον εις Ον άρρητον και αειδή (Δίων Κάσσιος Ρωμ. Ιστορ. 37) με το τετραγράμματον ΓΧΒΧ (ΙΕΧΩΒΑ ή ΓΙΑΧΒΕ). Η άποψη αυτή ενισχύεται περαιτέρω όταν η διγράμματη αυτή επιγραφή του Ναού του Απόλλωνος ΙΕ (παραβ. Πλουτάρχου Ηθικά ΙΙΙ, 384 Δ) αναγνωσθεί εκ δεξιών προς τα αριστερά (σ.σ. όπως γίνεται στα ιερά κείμενα των Ιουδαίων ή Εβραίων), τότε γίνεται (από ΕΙ σε) ΙΕ. Το διγράμματο αυτό (ΙΕ) αποδίδει μεταγεγραμμένα από τα Εβραϊκά σε Ελληνικά τα γράμματα Ι και Ε ως εξής: Το εβραϊκό γιωδ αντιστοιχεί στο ελληνικό Ι ως το 10ο γράμμα του εβραϊκού και του ελληνικού αλφαβήτου αντίστοιχα. Το δε εβραϊκό Χε αντιστοιχεί στο ελληνικό Ε ως το 5ο γράμμα του εβραϊκού και του ελληνικού αλφάβητου αντίστοιχα. Τα δύο λοιπόν αυτά γράμματα (ΙΕ) αποτελούν τον συγκεκριμένο τύπο του Ονόματος του Αληθινού Θεού ΙΧΒΕ (ΙΕΧΩΒΑ) [παραβ. ΕΒΔΟΜΗΚΟΝΤΑ (Ο΄) = Εxο 3:14], η λατρεία του Οποίου είναι ανείδωλος (δηλ. χωρίς είδωλα ή μορφές) και ανεικόνιστος (δηλ. μη δυνάμενος να εικονισθεί ή να παρασταθεί με εικόνα), πράγμα που σημαίνει ότι Αυτόν δεν μπορεί κανείς να τον περιγράψει ή να τον παραστήσει). Για τους λόγους αυτούς η υποτύπωση του (Αληθινού) Θεού ήταν με έναν αργό λίθο (ή βράχο) άμορφο και ανώνυμο. Ενας τέτοιος λοιπόν λίθος ευρέθη (στην Αθήνα, μια κατείδωλο (γεμάτη από είδωλα, παραδομένη στην ειδωλολατρεία) πόλη (παραβ. Act 17:16). Ο άμορφος και ανώνυμος αυτός λίθος έφερε την επιγραφή ΑΓΝΩΣΤΩ ΘΕΩ επειδή ήταν καθιερωμένος στον Αγνωστο Θεό (παραβ. Λουκιανού Φιλόπατρις 9 Απαντα ΙΙΙ, 2, 594 όπου ο Κριτίας ορκίζεται στον: «ΝΗ ΤΟΝ ΑΓΝΩΣΤΟΝ ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ…»). Τη θεωρία αυτή ενισχύει και η πληροφορία του Πλούταρχου (Ηθικά ΙΙΙ, 393, BC) περί του ΕΙ του εν Δελφοίς, όπου εκεί ο θεός Απόλλων ωνομάζετο ΙΗΙΟΣ, όνομα στο οποίο διαγινώσκεται μεταγραφή με ελληνικούς χαρακτήρες το θείο όνομα ΙΕΧΩΒΑ (γραμμένο με το τετραγράμματο ΓΧΒΧ), το οποίο σημαίνει τον Οντα (μετοχή ουδ. πληθ. του ρήματος ΕΙΜΙ = ΕΙΜΑΙ, ΥΠΑΡΧΩ) (παραβ. Αισχύλου Αγαμέμνων 146, Σοφοκλέους Οιδίπους Τύραννος 215, 283 και ιδ. 1097) (βλ. επίσης Λ. Φιλιππίδου: Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΤΗΣ ΚΑΙΝΗΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ (1958) σελ. 140 και 720 (εκ του τυπογραφείου της ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΔΙΑΚΟΝΙΑΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ).

3) Η λ. Ἐπιγράφω ανήκει στην κατηγορία των (σύνθετων) λ. με πρόθεση στα πλαίσια του ονοματικού και ρηματικού συστήματος της (αρχαίας) Ελλην. γλώσσας.

4) Η λ. Ἐπιγράψω στο εδάφιο Heb 8:10 αποτελεί παραπομπή από σχετικό εδάφιο Εβρ. Γραφ. (Ο΄ Jer 31:33).

ΕΒΔΟΜΗΚΟΝΤΑ (Ο'): Num 17:2, Deu 9:10.

1) α) ΑΓΓΛΙΚΕΣ ΛΕΞΕΙΣ ΜΕ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΙΖΑ: Epigraph, Epigraphic, Epigraphy.

β) ΑΓΓΛΙΚΑ: Superscribe, Inscribe upon, Inscription, Write.

Ἐπιγράφω, άψω, pf. ἐπιγέγραφα, to scratch or grave upon; to paint; to write upon, to inscribe upon; to state in writing, Æschin. c. Ctes. in Coll. Maj. iii, 16; to ascribe; to assess; set a fine upon, Aristoph. Plut. 480; to make out a tax-roll; to tax; to wound slightly, graze, or scratch; ὀϊστὸς ἐπέγραψε χρόα φωτός, the arrow slightly grazed the skin of the man, Il. iv, 139; mid. to inscribe one’s name, or to write for one’s self; αὑτῷ πονηρὸν προστάτην ἐπεγράψατο, Aristoph. Pac. 684; to enrol, Thucyd. v, 4; to enroll one’s self as a disciple of some one; to choose a patron, Aristoph. Acharn. 1095; to give in a list of witnesses; to give in the heads of a charge; also, the amount of a fine, Demosth. 847, 7; ἐπιγράφειν ἐπιτίμια, to enact punishments …τίμημα, to put down the fine of punishment in writing, Id. 3, 15; pas. to be inscribed, Xen. Cyr. vii, 3, 6; 1. a. ἐπέγραψα, pf. pas. ἐπιγέγραμμαι, plupf. ἐπεγεγράμμην, αψο, απτο. Fr. ἐπί and γράφω.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Scribere, Inscribere, Superscribere.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Superscribe, Beschriften Sie Auf, Inschrift, Schreiben.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Superscribe, Inscrivere Su, Iscrizione, Scrivere.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Superscribe, Inscrire sur, Ecrire.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Sobrescribir, Inscriba a, Inscripción, Escritura.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Sobrescritar, Inscrever Em Cima, Inscrição, Escrever.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Adresseren, Inschrijven Op, Inschrijving, Schrijven.