Ευρετήριο

Εὐαγγελίζω / Εὐαγγελίζομαι



ΡΙΖΑ: ΕΥ+ΑΓΓΕΛΟΣ, ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ, ΕΥΑΓΓΕΛΙΔ-.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ:

1) Φέρνω καλές ειδήσεις, αγγέλλω ευάρεστα νέα.

2) Κηρύττω ή διακηρύσσω το ευαγγέλιον.

3) Αγγέλλω ευχαρίστους ειδήσεις.

4) Φέρνω ευχάριστα μηνύματα.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Εὐαγγέλιον Mat 24:14, Εὐαγγελιστής Eph 4:11, Προευαγγελίζομαι Gal 3:8, Ἐξαγγέλλω 1Pe 2:9, Ἀπαγγέλλω Mat 11:4, Διαγγέλλω Luk 9:60, Ἀναγγέλλω Rom 15:21, Καταγγέλλω 1Co 9:14.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Κηρύττω (Κηρύσσω) Mat 4:23, Κῆρυξ 2Ti 2:7, 2Pe 2:5, Κήρυγμα 2Ti 2:7, 2Pe 2:5, Προκηρύσσω Act 13:24, Διακονῶ Mat 20:28, 1Pe 4:10,11, Διακονία Act 21:19, Διάκονος Mat 20:26, 2Co 3:6, Λαλῶ 1Th 2:2, Διαμαρτύρομαι Act 20:24, Δίδωμι Luk 21:15, Διαλέγομαι Act 20:7, Ὑπακούω Rom 10:16, Μηνύω Luk 20:37, Δηλῶ 2Pe 1:14, Μεταστρέφω Gal 1:7, Παρρησιάζομαι Act 9:27, Πληρῶ Rom 15:19, Ἐνεργῶ Mat 14:12, Μεγαλύνω Luk 1:58, Ἐμφανῶς Act 10:40, Ἐμφανίζω Act 23:22, Φανερῶ Joh 7:4, Κατατίθημι Act 24:27, Ἀποδείκνυμι 2Th 2:4, Ρῆμα 1Pe 1:25, Λόγος 1Co 1:18.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Ἀπιστῶ Act 28:24, Σιωπῶ Luk 19:40.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ρήμα α΄ συζυγίας, βαρύτονο.

ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ:

Ενεστ. εὐαγγελίζω, Πρτ. εὐηγγέλιζον. Μελ. εὐαγγελίσω, Αόρ. εὐηγγέλισα, Πρκ. εὐηγγέλικα, Υπερσ. εὐηγγελίκειν.

Μέσ. Ενεστ. εὐαγγελίζομαι, Πρτ. εὐηγγελιζόμην, Μελ. παθ. εὐαγγελισθήσομαι, Αόρ. μέσ. εὐηγγελισάμην, Αόρ. παθ. εὐηγγελίσθην, Πρκ. εὐηγγέλισμαι, Υπερσ. εὐηγγελίσμην.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΡΗΜΑΤΑ.

ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:

1) Εὐαγγελίζω

Α) Μεταβατικό

i) + αιτ. (προσ.) + αιτ. (πραγμ.): αναγγέλλω σε κάποιον κάτι.

ii) + αιτ. (πραγμ.) + επί + αιτ.: αναγγέλλω-διαδίδω κάτι σε κάποιον.

2) Εὐαγγελίζομαι

Α) Αμετάβατο: αναγγέλλομαι, ανακοινώνομαι, λαβαίνω ως είδηση καλά νέα, διακηρύττω καλά νεά.

Β) Μεταβατικό

i) + ποιητ.αιτ.: αναγγέλλομαι, ανακοινώνομαι.

ii) + δοτ. (προσ.) + αιτ. (πραγμ.): αναγγέλλω σε κάποιον κάτι, κηρύττω σε κάποιον κάτι (καλή είδηση).

iii) + αιτ. (πραγμ.): διακηρύττω κάτι, ευαγγελίζομαι κάτι.

iv) + αιτ.(προσ.): διαδίδω τα καλά νέα σε κάποιον.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνικό Συντακτικό ΣΥΝΤΑΞΙΣ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Εὐαγγελίζεσθαι: Απαρέμφατο Ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

2) Εὐαγγελίζεται: γ΄ ενικό Οριστικής Ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

3) Εὐαγγελίζομαι: α΄ ενικό Οριστικής Ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

4) Εὐαγγελιζόμεθα: α΄ πληθυντικό Οριστικής Ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

5) Εὐαγγελιζόμενοι: Ονομαστική πληθυντικού μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

6) Εὐαγγελιζόμενος: Ονομαστική ενικού μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

7) Εὐαγγελιζομένου: Γενική ενικού μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

8) Εὐαγγελιζομένῳ: Δοτική ενικού μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

9) Εὐαγγελιζομένων Γενική πληθυντικού μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

10) Εὐαγγελίζονται: γ΄ πληθυντικό Οριστικής Ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

11) Εὐαγγελίζωμαι: α΄ ενικό Υποτακτικής Ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

12) Εὐαγγελίζωνται: γ΄ πληθυντικό Υποτακτικής Ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

13) Εὐαγγελῖσαι: Απαρέμφατο Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

14) Εὐαγγελισάμενοι: Ονομαστική πληθυντικού μετοχής αρσενικού γένους του Αορίστου Μεσοπαθητικής Φωνής.

15) Εὐαγγελισαμένου: Γενική ενικού μετοχής αρσενικού γένους του Αορίστου Μεσοπαθητικής Φωνής.

16) Εὐαγγελισαμένων: γενική πληθυντικού μετοχής αρσενικού γένους του Αορίστου Μεσοπαθητικής Φωνής.

17) Εὐαγγελισᾶσθαι: Απαρέμφατο Αορίστου Μεσοπαθητικής Φωνής.

18) Εὐαγγελισθέν: Ονομαστική ή αιτιατική ενικού μετοχής ουδετέρου γένους του Αορίστου α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

19) Εὐαγγελισθέντες: Ονομαστική πληθυντικού μετοχής αρσενικού γένους του Αορίστου α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

20) Εὐαγγελίσωμαι: α΄ ενικό Υποτακτικής Αορίστου Μεσοπαθητικής Φωνής.

21) Εὐαγγελίζετο: γ΄ ενικό Οριστικής Παρατατικού Μεσοπαθητικής Φωνής.

22) Εὐηγγελίζοντο: γ΄ πληθυντικό Οριστικής Παρατατικού Μεσοπαθητικής Φωνής.

23) Εὐηγγελισάμεθα: α΄ πληθυντικό Οριστικής Αορίστου Μεσοπαθητικής Φωνής.

24) Εὐηγγελισάμην: α΄ ενικό Οριστικής Αορίσοτυ Μεσοπαθητικής Φωνής.

25) Εὐηγγελίσατο: γ΄ ενικό Οριστικής Αορίστου Μεσοπαθητικής Φωνής.

26) Εὐηγγέλισεν: γ΄ ενικό Οριστικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

27) Εὐηγγελίσθη: γ΄ ενικό Οριστικής Αορίστου α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

28) Εὐηγγελισμένοι: Ονομαστική πληθυντικού μετοχής αρσενικού γένους του Παρακειμένου Μεσοπαθητικής Φωνής.

ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΕΔΑΦΙΑ:

Apoc 14:6: «Καὶ εἶδον ἄλλον ἄγγελον πετόμενον ἐν μεσουρανήματι, ἔχοντα εὐαγγέλιον αἰώνιον εὐαγγελίσαι ἐπὶ τοὺς καθημένους ἐπὶ τῆς γῆς καὶ ἐπὶ πᾶν ἔθνος καὶ φυλὴν καὶ γλῶσσαν καὶ λαόν,»

- Κηρύττω ή αναγγέλω, διακηρύττω ως χαροποιὸ άγγελμα, τη βασιλεία του Θεού Luk 4:43, κτλ.· ειρήνη Eph 2:17 κτλ., απολ., «κυρήττω τὸ Εὐαγγέλιον», Luk 4:18, κτλ.: με αιτ. προσ., «κηρύττω εἰς τοὺς ἀνθρώπους τὴν καλὴν ἀγγελίαν τοῦ Εὐαγγελίου», Luk 3:18, Act 8:25.

- Το ίδιο στην ενεργ., «ὡς εὐηγγέλισε τοῖς ἑαυτοῦ δούλοις τοῖς προφήταις» Apoc 10:7 (όπου τοὺς δούλους είναι η προτιμότερη γραφή), «κα εδον λλον γγελον πετμενον ν μεσουρανματι, χοντα εαγγλιον αἰώνιον εαγγελσαι π τος καθημνους π τς γς κα π πν θνος κα φυλν κα γλσσαν κα λαν» Apoc 14:6· «εὐαγγελίζοντες τοῖς  εἰδώλοις αὐτῶν καὶ τῷ λαῷ» (Ο΄): - στην Παθ, «εὐαγγελίζομαι τὸ Εὐαγγέλιον», Mat 11:5, Heb 4:2,6· αλλ’ επίσης «ἐπὶ τοῦ Εὐαγγελίου, κηρύττομαι», Luk 16:16, Gal 1:11.

- Στη λειτουργική: αναγιγνώσκω το Ευαγγέλιο της ημέρας: «εἰρήνη σοι τῷ εὐαγγελιζομένῳ» Ευχολόγ. σ. 54.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 10:7 Apoc 8:6  Apoc 11:15  Mar 4:11  Am 3:7

Apoc 14:6 Deu 4:11  Apoc 8:13  Apoc 19:17  Mar 13:10  Act 1:8  Col 1:23

1) Η σύνθετη αυτή λ. Εὐαγγελίζω (βλ. ΡΙΖΑ) αποτελεί (ως σύνθεση) ένα από τα γνωρίσματα της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας τα οποία περιλαμβάνονται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

2) Η λ. Εὐαγγελισᾶσθαι στο εδάφιο Luk 4:18 αποτελεί παραπομπή από σχετικό εδάφιο Εβρ. Γραφ. (Ο΄ Hsa 61:1, 2).

3) Το ρήμα Εὐαγγελίζηται στο εδάφιο Gal 1:8 είναι σε ενικό αριθμό παρ' όλου ότι τα υποκείμενα είναι πλείονα (δηλ. περισσότερα από ένα) πρόκειται για ένα λογοτεχνικό φαινόμενο της "Κοινής" Ελλην. Γλώσσας το οποίο περιλαμβάνεται στις Χριστιαν. Ελλην. Γραφές (Καινή Διαθήκη).

4) Υπερσ. εὐηγγελίκειν, Apoc 10:7, 14:6:

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Gospel, Preach, Shew, Tidings.

Εὐαγγελίζω, f. ίσω, Att. εὐαγγελιῶ· εὐαγγελίζομαι, commonly used, to congratulate any one, Demosth. 532, 9; Aristoph. Eq. 643; to bring good news or tidings; to bring news of a victory; to announce, publish, relate; in N. T., to proclaim the glad tidings of the gospel; 1. a. εὐηγγέλισα, pf. pas. εὐηγγέλισμαι, 1. a. pas. εὐηγγελίσθην, f. m. εὐαγγελίσομαι, 1. a. m. εὐηγγελισάμην, with dat. Fr. εὖ and ἀγγέλλω.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Laetum Nuntium Affero, Laeta Νuntio, Evangelium Praedico, Evangelizare, Evangelizari, Annunciare, Nunciare.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Evangelium zu predigen, Neuigkeiten.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Vangelo, Predicare.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Évangile, Prêcher, Nouvelles.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Evangelio, Predicar, Noticias.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Evangelho, Preach, Mostra, Notícias.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Gospel, Predik, Tijding.