Ευρετήριο

Ἔχω



ΡΙΖΑ: α) ΕΧ-, ΣΕΧ- (με συγκοπή του Ε) = ΣΧ (Ε-ΣΧ-ΟΝ), β) ΙΝΔ/Ε: SEGH (έχω, κρατώ, κυριαρχώ), γ) σανσκρ.: SAHATE (δεσπόζει, κυριαρχεί).

ΕΡΜΗΝΕΙΑ:

1) Έχω, κατέχω κάτι σαν κτήμα.

2) Κρατώ, τηρώ, διατηρώ.

3) Φέρω, κρατώ πάνω μου ή μαζί μου.

4) (Για τόπο) διαμένω, κατοικώ.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Προέχω Rom 3:9, Ἀπέχω Mat 6:2, Κατέχω Joh 5:4, Ἀντέχω Mat 6:24, Συνέχω Luk 22:63, Ἐπέχω Phl 2:16, Μετέχω Cor 9:10, Περιέχω Luk 5:9, Ἐνέχω Mar 6:19, Παρέχω Mat 26:10, Προσέχω Mat 6:1, Ὑπερέχω Rom 13:1.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Εὐπορῶ Act 11:29, Ἱκανῶ 2Co 3:6, Ἰσχύω Phl 4:13, Ενδέχομαι Luk 13:33, Κρατῶ Mat 12:11, Κτῶμαι Luk 18:12, Λογίζομαι 2Co 10:2, Ψηφίζω Luk 14:28, Συμψηφίζω Jac 5:11, Ἄγω Mat 10:8, Πρόσωπον Act 13:24, Συντηρῶ Luk 2:19, Φυλάσσω Luk 11:21, Διαφυλάσσω Luk 4:10, Δύναμαι Mat 3:9, Φέρω Mat 14:11, Ἐργάζομαι Gal 6:10, Κατεργάζομαι Rom 2:9, Κτῆμα Mar 10:22, Κατάσχεσις Act 7:5, Προέρχομαι Mat 26:39, Χρῶμαι 1Co 7:21.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Οὐκ ἔχει Mat 8:20, 13:12, Joh 14:30, Μὲ ἔχω Luk 3:11, 11:36, Λαμβάνω Mat 7:8, 1Jo 3:22, Παραλαμβάνω Mat 2:13.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ρήμα α΄ συζυγίας, βαρύτονο.

ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ:

Ενεστ. ἔχω, Πρτ. εἶχον, Μέλ. ἔξω, Αόρ. ἔσχον, Πρκ. ἔσχηκα, Υπερσ. ἐσχήκειν.

Μέσ. Ενεστ. ἔχομαι, Πρτ. εἰχόμην, Μέλ. μέσ. ἔξομαι, Αόρ. μέσ. ἐσχόμην, Πρκ. ἔσχημαι, Υπερσ. ἐσχήμην.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΡΗΜΑΤΑ.

ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:

1) Ἔχω

Α) Αμετάβατο: έχω, κατέχω.

Β) Μεταβατικό:

i) + αιτ.: έχω-κατέχω κάτι.

ii) + κακώς-είμαι άρρωστος.

iii) + αναφ.προτ.: βλ. (Βi).

iv) + τελ.απαρ.: έχω-μπορώ να...

v) + αιτ. + κατηγορ.: θεωρώ κάποιον ως.

vi) + αιτ. + κατ.μτχ.: βλ. (Βv).

2) Ἔχομαι

Α) Αμετάβατο: είμαι κοντά, ακολουθώ-έπομαι.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνικό Συντακτικό ΣΥΝΤΑΞΙΣ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Εἶχεν: γ΄ ενικό Οριστικής Παρατατικού Ενεργητικής Φωνής.

2) Εἶχες: β΄ ενικό Οριστικής Παρατατικού Ενεργητικής Φωνής.

3) Εἴχετε: β΄ πληθυντικό Οριστικής Παρατατικού Ενεργητικής Φωνής.

4) Εἶχον: α΄ ενικό Οριστικής Παρατατικού Ενεργητικής Φωνής.

-γ΄ πληθυντικό Οριστικής Παρατατικού Ενεργητικής Φωνής.

5) Ἔξεις: β΄ ενικό Οριστικής Μέλλοντα Ενεργητικής Φωνής.

6) Ἔσχεν: γ΄ ενικό Οριστικής Αορίστου β΄ Ενεργητικής Φωνής.

7) Ἔσχες: β΄ ενικό Οριστικής Αορίστου β΄ Ενεργητικής Φωνής.

8) Ἔσχηκα: α΄ ενικό Οριστικής Παρακειμένου Ενεργητικής Φωνής.

9) Ἐσχήκαμεν: α΄ πληθυντικό Οριστικής Παρακειμένου Ενεργητικής Φωνής.

10) Ἔσχηκεν: γ΄ ενικό Οριστικής Παρακειμένου Ενεργητικής Φωνής.

11) Ἐσχηκότα: Αιτιατική ενικού μετοχής αρσενικού γένους του Παρακειμένου Ενεργητικής Φωνής.

12) Ἔσχομεν: α΄ πληθυντικό Οριστικής Αορίστου β΄ Ενεργητικής Φωνής.

13) Ἔσχον: α΄ ενικό Οριστικής Αορίστου β΄ Ενεργητικής Φωνής.

-γ΄ πληθυντικό Οριστικής Αορίστου β΄ Ενεργητικής Φωνής.

14) Ἔχε: β΄ ενικό Προστακτικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

15) Ἔχει: γ΄ ενικό Οριστικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

16) Ἔχειν: Απαρέμφατο Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

17) Ἔχεις: β΄ ενικό Οριστικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

18) Ἔχετε: β΄ πληθυντικό Οριστικής ή Προστακτικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

19) Ἐχέτω: γ΄ ενικό Προστακτικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

20) Ἔχῃ: γ΄ ενικό Υποτακτικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

21) Ἔχῃτε: β΄ πληθυντικό Υποτακτικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

22) Ἔχοι: γ΄ ενικό Ευκτικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

23) Ἔχοιεν: γ΄ πληθυντικό Ευκτικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

24) Ἔχομεν: α΄ πληθυντικό Οριστικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

25) Ἐχόμενα: Ονομαστική ή αιτιατική πληθυντικού μετοχής ουδετέρου γένους του Ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

26) Ἐχομένας: Αιτιατική πληθυντικού μετοχής θηλυκού γένους του Ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

27) Ἐχομένῃ: Δοτική ενικού μετοχής θηλυκού γένους του Ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

28) Ἔχον: Ονομαστική ή αιτιατική ενικού μετοχής ουδετέρου γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

29) Ἔχοντα: Αιτιατική ενικιού μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

-Ονομαστική ή αιτιατική πληθυντικού μετοχής ουδετέρου γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

30) Ἔχοντας: Αιτιατική πληθυντικού μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

31) Ἔχοντες: Ονομαστική πληθυντικού μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

32) Ἔχοντι: Δοτική ενικού μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

33) Ἐχόντος: Γενική ενικού μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

34) Ἐχόντων: Γενική πληθυντικού μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

35) Ἐχοῦσα: Ονομαστική ενικού μετοχής θηλυκού γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

36) Ἔχουσαι: Ονομαστική πληθυντικού μετοχής θηλυκού γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

37) Ἐχούσας: Δοτική πληθυντικού μετοχής θηλυκού γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

38) Ἔχουσαν: Αιτιατική ενικού μετοχής θηλυκού γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

39) Ἐχούςῃ: Δοτική ενικού μετοχής θηλυκού γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

40) Ἐχούσης: Γενική ενικού μετοχής θηλυκού γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

41) Ἔχουσιν: γ΄ πληθυντικό Οριστικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

42) Ἔχω: α΄ ενικό Οριστικής ή Υποτακτικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

43) Ἔχωμεν: α΄ πληθυντικό Υποτακτικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

44) Ἔχων: Ονομαστική ενικού μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

45) Ἔχωσιν: γ΄ πληθυντικό Υποτακτικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

46) Σχῆτε: β΄ πληθυντικό Υποτακτικής Αορίστου β΄ Ενεργητικής Φωνής.

47) Σχῶ: α΄ ενικό Υποτακτικής Αορίστου β΄ Ενεργητικής Φωνής.

48) Σχῶμεν: α΄ πληθυντικό Υποτακτικής Αορίστου β΄ Ενεργητικής Φωνής.

ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΕΔΑΦΙΑ:

Apoc 2:29: « χων ος κουστω τ τ πνεμα λγει τας κκλησαις.»

Μολονότι κανείς μας δεν θα ήθελε συνειδητά να κρίνει τον Θεό, η ατελής μας φύση μπορεί να μας οδηγήσει εκεί. Αυτό μπορεί εύκολα να συμβεί όταν βλέπουμε κάτι το οποίο θεωρούμε άδικο ή αν υποφέρουμε εμείς οι ίδιοι από αντιξοότητες. Ακόμη και ο πιστός Ιώβ έκανε αυτό το λάθος. Όταν τον έπληξαν απανωτές συμφορές, οι οποίες κατά την άποψή του ήταν άδικες, ο Ιώβ οδηγήθηκε στο να ανακηρύξει «την ψυχή του δίκαιη αντί για τον Θεό» (Job 32:1,2).

Ωστόσο, ο Ιώβ δεν γνώριζε για τις συνάξεις των αγγελικών γιων του Θεού στον ουρανό, όπου ο Σατανάς τον είχε κατηγορήσει ψευδώς (Job 1:7-12, 2:1-6). Δεν αντιλαμβανόταν ότι στην πραγματικότητα ο Σατανάς ευθυνόταν για τα προβλήματά του. Μάλιστα δεν μπορούμε να είμαστε καν βέβαιοι ότι ο Ιώβ γνώριζε την αληθινή ταυτότητα του Σατανά! Έτσι, λοιπόν, υπέθεσε εσφαλμένα ότι αυτός που ευθυνόταν για τα προβλήματά του ήταν ο Θεός.

Αν λοιπόν και εμείς ανακαλύψουμε ότι σκεφτόμαστε με παρόμοιο τρόπο, να θυμόμαστε ότι είναι εύκολο να καταλήξουμε σε εσφαλμένο συμπέρασμα όταν δεν γνωρίζουμε όλα τα στοιχεία.

Apoc 6:2: «κα εδον, κα δο ππος λευκς, κα καθμενος π ατν χων τξον κα δθη ατ στφανος κα ξλθεν νικν κα να νικσ.»

Ο Ιησούς Χριστός, ο Γιος του ανθρώπου, προφήτευσε: «Όταν έρθει ο Γιος του ανθρώπου με τη δόξα του, και όλοι οι άγγελοι μαζί του, τότε θα καθίσει στον ένδοξο θρόνο του.

Και θα συγκεντρωθούν μπροστά του όλα τα έθνη, και αυτός θα χωρίσει τους ανθρώπους τον έναν από τον άλλο, όπως ο ποιμένας χωρίζει τα πρόβατα από τα κατσίκια. Και θα βάλει τα πρόβατα στα δεξιά του, τα δε κατσίκια στα αριστερά του» (Mat 25:31-33).

Αυτό αναφέρεται στον ερχομό του Χριστού ως Κριτή για να χωρίσει τους ανθρώπους «όλων των εθνών» σε δύο κατηγορίες: στα «πρόβατα», εκείνους που θα έχουν υποστηρίξει έμπρακτα στους πνευματικούς αδελφούς του (τους χρισμένους Χριστιανούς στη γη), και στα «κατσίκια», εκείνους που «δεν υπακούν στα καλά νέα σχετικά με τον Κύριό μας Ιησού» (2Th 1:7,8).

Τα πρόβατα, που περιγράφονται ως «δίκαιοι», θα λάβουν «αιώνια ζωή»στη γη, αλλά τα κατσίκια «θα απέλθουν σε αιώνια εκκοπή», δηλαδή στην καταστροφή (Mat 25:34,40,41,45,46).

Apoc 12:17: «κα ργσθη δρκων π τ γυναικ κα πλθεν ποισαι πλεμον μετ τν λοιπν το σπρματος ατς τν τηροντων τς ντολς το θεο κα χντων τν μαρτυραν ησο. Κα στθη π τν μμον τς θαλσσης.»

Ας υποθέσουμε ότι είστε στο δικαστήριο και καταθέτετε ως μάρτυρας ενάντια σε μια παγκόσμια εγκληματική οργάνωση. Αρχηγός της είναι ένας πολύ ευφυής, ισχυρός και αδίστακτος δολοφόνος. Πώς θα νοιώθατε βγαίνοντας από το δικαστήριο στο τέλος της ημέρας; Ασφαλής; Κάθε άλλο! Στην πραγματικότητα, θα είχατε βάσιμο λόγο να ζητάτε προστασία.

Αυτό το σενάριο δείχνει παραστατικά την κατάσταση των υπηρετών του Ιεχωβά, οι οποίοι δίνουν μαρτυρία με θάρρος υπέρ του Ιεχωβά και εκθέτουν με αφοβία τον πρώτιστο εχθρό Του, τον μοχθηρό Σατανά. Αλλά έχει κατορθώσει ο Σατανάς να φιμώσει το λαό του Θεού; Όχι! Αντιθέτως, εξακολουθεί να ακμάζει πνευματικά – γεγονός που αποδέχεται μία μόνο ερμηνεία: Ο Ιεχωβά παραμένει το καταφύγιο του λαού Του, «πραγματική κατοικία», ιδιαίτερα σε αυτές τις τελευταίες ημέρες (Psa 90:1, Hsa 54:14,17).

Apoc 13:1: «Κα εδον κ τς θαλσσης θηρον ναβανον, χον κρατα δκα κα κεφαλς πτ κα π τν κερτων ατο δκα διαδματα κα π τς κεφαλς ατο νμα[τα] βλασφημας.»

Λίγο μετά την έναρξη της ημέρας του Κυρίου, το έβδομο κεφάλι επιτέθηκε στο λαό του Θεού – τους αδελφούς του Χριστού που απέμεναν στη γη (Mat 25:40).

Ο Ιησούς έδειξε ότι στη διάρκεια της παρουσίας Του ένα υπόλοιπο του σπέρματος θα ήταν δραστήριο πάνω στη γη (Mat 24:45-47, Gal 3:26-29). Η Αγγλοαμερικανική Παγκόσμια Δύναμη διεξήγαγε πόλεμο με αυτούς τους αγίους (Apoc 13:3,7). Κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, καταπίεσε το λαό του Θεού, απαγόρευσε ορισμένα έντυπά τους και έριξε στη φυλακή τους εκπροσώπους της οργάνωσης του Ιεχωβά. Ναι, το έβδομο κεφάλι του θηρίου κατάφερε σχεδόν να νεκρώσει το έργο κηρύγματος για κάποιο περίοδο.

Ο Ιεχωβά προείδε αυτή τη δραματική εξέλιξη και την αποκάλυψε στον Ιωάννη. Είπε επίσης στον Ιωάννη ότι το δευτερεύον μέρος του σπέρματος θα επανερχόταν στη ζωή και θα αναλάμβανε αυξημένη πνευματική δράση (Apoc 11:3, 7-11). Η Ιστορία των σύγχρονων υπηρετών του Ιεχωβά επαληθεύει αυτά τα γεγονότα.

Apoc 20:1-3,10,15: «Κα εδον γγελον καταβανοντα κ το ορανο χοντα τν κλεν τς βσσου κα λυσιν μεγλην π τν χερα ατο. κα κρτησεν τν δρκοντα, φις ρχαος, ς στιν Διβολος κα Σατανς, κα δησεν ατν χλια τη κα βαλεν ατν ες τν βυσσον κα κλεισεν κα σφργισεν πνω ατο, να μ πλανσ τι τ θνη χρι τελεσθ τ χλια τη. μετ τατα δε λυθναι ατν μικρν χρνον.» «κα διβολος πλανν ατος βλθη ες τν λμνην το πυρς κα θεου που κα τ θηρον κα ψευδοπροφτης, κα βασανισθσονται μρας κα νυκτς ες τος αἰῶνας τν αἰώνων.» «κα ε τις οχ ερθη ν τ ββλ τς ζως γεγραμμνος, βλθη ες τν λμνην το πυρς.»

Κατά τη διάρκεια της επίγειας διακονίας του ο Ιησούς Χριστός προσδιόρισε το φίδι του εδαφίου Gen 3:15 ως το Σατανά το Διάβολο και το σπέρμα του φιδιού ως τους ακολούθους του Σατανά του Διαβόλου (παραβ. Mat 23:33, Joh 8:44).

Αργότερα αποκαλύφθηκε ότι όλοι αυτοί (Σατανάς και ακόλουθοί του) θα συντριβούν ολοκληρωτικά και για πάντα, όπως περιγράφουν τα ανωτέρω σχετικά εδάφια.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 2:25: Apoc 3:11

Apoc 3:11: Apoc 2:10

1) Η λ. Ἔχοντες στο εδάφιο 2Co 9:8 αποτελεί έκφραση-λογοπαίγνιο (παρονομασία και παρήχηση) της «Κοινής» Ελλην. Γλώσσας.

2) Η λ. Ἔχω στο εδάφιο 1Co 13:1 περιλαμβάνεται σε μια φράση ή σ' ένα εδάφιο αναφοράς με απαρίθμηση περιπτώσεων.

3) Η λ. Ἔξεις στο εδάφιο Rom 13:3 περιλαμβάνεται σε μια φράση με «ύφος όχι ρητορικό» αλλά με διαλεκτική απλότητα και μάλιστα με ευχάριστη παραμονή στη «παροιμιακή βραχύτητα".

4) Η λ. Ἐχόντι στο εδάφιο Mat 25:28 μεταφέρει εικόνα και παρομοίωση από την καθημερινή ζωή των βιβλικών χρόνων (Εδώ από τον Τομέα της Εμπορικής και της Τραπεζικής Ζωής). Αναφέρεται ως ένα λογοτεχνικό χαρακτηριστικό του (πρωτότυπου) κειμένου των Χριστιαν. Ελλην. Γραφών (Καινής Διαθήκης).

5) Η λ. Ἐχούσης στο εδάφιο Gal 4:27 αποτελεί εκπλήρωση προφητείας (παραβ. Ο΄ Hsa 54:1).

6) Η λ. Ἔχοντες στο εδάφιο Mar 8:18 αποτελεί παραπομπή από σχετικό εδάφιο Εβρ. Γραφ. (Ο΄ Jer 3:21, Jez 12:2).

7) Η λ. Ἔχοντες στο εδάφιο Mar 8:18 αποτελεί παραπομπή από σχετικό εδάφιο Εβρ. Γραφ. (Ο΄ Jer 3:21, Jez 12:2).

8) Η λ. Ἔχει στο εδάφιο Apoc 13:14 αποτελεί σολοικισμό (δηλαδή εκφραστικό συντακτικό λάθος κατά τη διατύπωση του λόγου). Πρόκειται για λογοτεχνικό χαρακτηριστικό της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας το οποίο περιλαμβάνεται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

9) Η λ. Ἔχοντες στο εδάφιο Mat 15:30 περιλαμβάνεται σε μια πρόταση η οποία διακρίνεται για τη «βραχύτητα της περιόδου» αυτής. Πρόκειται για ένα λογοτεχνικό χαρακτηριστικό της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας το οποίο περιλαμβάνεται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

ΕΒΔΟΜΗΚΟΝΤΑ (Ο’): Gen 1:29, 30, Pro 2:10-12 (Heb 5:14).

1) AΓΓΛΙΚΑ: Ability, Able, Accompany, Can, Case, Count, Do, Fare, Follow, Have, Hold, Keep, Lie, Next, Old, Possess, Retain, Take, Use.

Ἔχω, f. ἕξω, (with the rough breathing,) and in Homer more frequently σχήσω, from the obsol. σχέω, pf. ἔσχηκα, Dem. de Coron. 259, 8; impf. εἶχον, Epic ἔχον, withtout augm., and, iterative form, ἔχεσκον, 2. a. ἔσχον, 2. a. imperat. σχές, and sometimes, in compounds, also, σχέ, as πάρασχε (Pors. on Eurip. Hec. 830), from obsol. σχῆμι, (generally compounded, as ἐπίσχες,) inf. σχεῖν, (Epic σχέμεν,) 2. a. subj. σχῶ, ῇς, ῇ, opt. σχοίην, part. σχών, having touched at, Thucyd. v, 2; pas. and mid. ἔχομαι, impf. εἰχόμην, fut. m. ἕξομαι and σχήσομαι, 2. aor. m. ἐσχόμην, in Epic 3. sing. σχέτο, inf. σχέσθαι, part. σχόμενος, imperat. σχοῦ, post-Homeric aor. pas. ἐσχέθην, pf. pas. ἔσχημαι, pres. opt. ἔχοιμι, to have, hold, possess, enjoy; to inhabit; to obtain; to sustain, resist, withstand, Plat. Menex. in Coll. Maj. I, 258; Il. xiii, 51; to direct, guide, as horses or a ship, Herodt. vi, 95; to restrain, check, to repress; to know; to be able; to defend or hold, φῆς που ἄτερ λαῶν πόλιν ἑξέμεν, Il. v, 473; mid. to hold of, hence, to be near, or next to; to have to wife, with or without γυναῖκα, as in Odys. iv, 569; Herodt. iii, 31; of a woman, ἔχουσα, used for ἔχουσα ἐν γαστρί, iii, 32; the 2. pf. seems to have been ὄχα, by redupl. ὄκωχα, and then by metath. for the sound, ὄχωκα, hence συνοχωκάτε, Il. ii, 218; a perfect pas. seems to have been formed from ὄχα, viz. ὦγμαι, whence comes the Ionic form of the 3. pl. of the plupf. ἐπώχατο, Il. xii, 340. The mode of rendering this verb depends much upon the noun or other words connected with it, as will be seen in the following examples:

I.                             (1) In the ACTIVE voice; τιμὴν ἔχω παρὰ πᾶσι, I am honored, literally, have honor, with all men; αἰτίαν ἔχω, I am accused or have an accusation against me; θαῦμα ἔχω, I am accused or have an accusation against me; θαῦμα ἔχω, I wonder at; ἔχω δρόμον, I run or perform the race, Eurip. Iph. Aul. 212; ἔχει τὴν δίκην, ηe has been punished, Xen. Anab. ii, 5, 11; also, he has the power of suing, Demosth. 890, 3; λόγον ἔχειν, to be reasonable; also, to be reported; ἃ μὲν ἂν αὐτοὶ ἔχωσιν ἀγαθά, whatever useful things they know, literally, possess, or have in their minds, Xen. Mem. ii, 2, 6; δεινὸν ἔχειν, to undergo danger or run a risk, Cyr. iv, 2, 1; κακὰ ἔχων, suffering ills, Xen. Ages. vii, 7; τὰ ὄρη ἔχουσιν, they live or roam on the mountains, Xen. Cyn. v, 12; πεντήκοντα ἔτη οὔπω ἔχεις, thou art not yet fifty years old; τὸ νῦν ἔχον, for κατὰ τὸ νῦν ἔχον, as the thing now is, i. e. under existing circumstances; τέλος ἔχει, it is done, Il. xviii, 378; αὐτὸς ἔχε, keep it yourself.

(2) In the imperative mood, second person, with the particle δή, as ἔχε δή, it is used like φέρε δή, and ἴθι δή, or agedum in Latin, to denote entreaty or request; as, ἔχε δὴ καί μοι τάδε εἰπέ, come, tell me those things; and in the 3. pers. imperat. it is used with the adv. ἱκανῶς, at the conclusion of a discourse; as, ἱκανῶς ἐχέτω, let this suffice; ἔχε αὐτοῦ, stop there, Demosth. 1109, 6; δεῦρο νοῦν ἔχε, attend to this, Eurip. Orest. 1181.

(3) In the participle it seems to be redundant, but renders the expression more vivid, as in Il. xxiv, 280; it also conveys the idea of continuance or duration; as, τὶ κυττάζεις ἔχων περὶ τὴν θύραν; why do you stoop or loiter at the door, Aristoph. Nub. 505, or, why do you keep poking about, etc.; τὶ δῆτα ἔχων στρέφει; what, pray, do you mean by turning yourself? Plat. Phœdr. 236, E; ληρεῖς ἔχων, you trifle, Aristoph. Ran. 515; ἔχων διατελῶ, I continue to maintain, Dem. de Coron. in Coll. Maj. iii, 80; sometimes it signifies rich; as, οἱ ἔχοντες, the rich men; μηδὲν ἔχοντα, poor, Aristoph. Plut. 552. See No. 5.

(4) With another verb it is often to be rendered by can or to be able; as, ἔχοις ἂν εἰπεῖν; can you say? Xen. Cyr. ii, 2, 7; οὐκ ἔχοιμι ἀπὸ στόματος εἰπεῖν, I cannot state them from memory, Xen. Mem. iii, 6, 9; οὐχ ἕξω ἀποδοῦναι, I shall not be able to pay, Mem. ii, 7, 11; ἔχοι τε καὶ δύναιτο, may know and be able, Soph. Œd. T. 315; οὐκ ἔχω τι λέγειν, I cannot speak, or I know not what to say; οὐκ ἔχω ὅ, τι χρὴ ποιεῖν, I know not what must be done, τὴν δύναμιν being understood.

(5) With participles in the aorists, it may be rendered like the aor. ind. of the verbs from which such participles are derived; as, ἔχω ποιήσας, I have done it, or I did it; μαθὼν ἔχω, I learned or have learned; but sometimes it has the sense of the present tense; as, ἔχω θαυμάσας, I wonder at, Plat. Phœdr. 257, C; ὅν γ’ εἶχον ἤδη χρόνιον ἐκβεβληκότες, whom they have now for a long time banished, and keep in banishment, Soph. Phil. 596. In such instances the participle denotes that the action was completed and still continues so.

(6) With the comparatives ἧσσον and ἔλασσον, as, ἧσσον ἔχειν, to be inferior to; ἔλασσον ἔχοντες, those who are inferior or weaker, Thucyd. iii, 5.

(7) With adverbs; (a) it means, literally, to have one’s self, that is, to find one’s self, to be circumstanced, but it can be generally rendered by the verb to be; as, εὐ ἔχω τὸ σῶμα, I am well; ἀδυνάτως ἔχω, for οὐ δύναμαι, I am not able; ὀρθῶς ἔχω, I am right; ὀρθῶς ἔχει, it is well; οὑτῶς ἔχει, it is thus; οὕτω δ’ ἔχει μοί, thus am I circumstanced, Eurip. Med. 721; συμφώνως ἔχει, it agrees or harmonizes with; πῶς ἔχεις; how are you? Aristoph. Eq. 7; ὡς εἶχε, ἑαυτόν understood, as he was, Herodt. I, 24, and ὥσπερ εἶχεν, Thucyd. I, 134; ὡς ὀργῆς ἔχω, in such (a state of) anger am I, Soph. Œd. T. 345; καὶ μάλα καλῶς ἔχει, is exceedingly good, Æschin. c. Ctes. in Coll. Maj. iii, 13; ἴσθι τοῦθ’ οὕτως ἔχον, know that it is so, Aristoph. Nub. 826; καλῶς ἔχειν μέθης, to be pretty drunk, Herodt. v, 20; in all these expressions a reciprocal pronoun is understood. (b) With an adv. and a gen.; as, οὕτως ἔχω τῆς γνώμης, I am of this opinion; ὡς ποδῶν εἶχον, as fast as they could, Herodt. vi, 116; ὡς εἶχε τάχους, and ὡς τάχους εἶχον ποδῶν, as swiftly as he or they could; ἀφρονήτως ἔχείν τινος, to be indifferent to or regardless of any thing. (c) With an adverb and a dative, or an accusative and its prepositon; as, ἔχω σοι φιλανθρώπως, I am friendly to you; ἀπεχθῶς ἔχοντες πρὸς αὐτόν, being hostile to or enraged against him; ἔχω εὐνοϊκῶς πρός σε, I am well disposed towards you; ἔχειν ἀκρατῶς πρὸς τὰς ἡδονάς, τo be given up to pleasures; εὐσεβῶς ἔχειν, to be pious, Demosth. (d) With an adverb and accusative; ἴσχειν τὼ πόδ’ ἐναλλάξ, to cross the legs, Aristoph. Nub. 980; ἐκ δὲ τοῦ τούτων ὀλιγώρως ὑμᾶς ἔχειν, since you neglected these things.

(8) With the prep. ἀμφί and περί, it signifies to be conversant with or to be engaged about; as, ἀμφὶ τοδὶ νῦν ἔεχω, I am now engaged about that; ἀμφὶ δεῖπνον εἶχεν, he was supping or engaged in supping; περὶ τοὺς Ἡλείους εἶχον, they were engaged with the Eleans.

(9) With prepositions, generally, accompanied by their nouns, ἔχω takes the signification of such nouns; as, ἔχω σε ἐν ὀργῇ, I am angry with you, Thucyd. ii, 18; διὰ τιμῆς ἔχω, I honor; δι’ ἐμπίδος ἔχω, I entertain hopes; τὰ πρὸς τὸν πόλεμον ἔχοντα, matters pertaining to the war.

(10) It is also used for its compounds; as, ἀπέχω, to be distant; to restrain, Herodt. iii, 99; Soph. Electr. 224; to refrain from, Il. ii, 97, and xiii, 747; for ἐνέχω, to sustain, Hes. Theog. 517; for κατέχω, to hold or contain, Xen. Cyr. ii, 1, 15; for παρέχω, to exhibit, to furnish, to occasion, Thucyd. ii, 61; Xen. Anab. vi, 1, 5.

II. (11) Ἔχομαι, MIDDLE voice, signifies to hold of or by, to hang by, depend upon; to refrain from; with gen. pas., to be possessed by, to be held by; αἰεὶ τῶν ἀγαθῶν ἔχεο, always be conversant with good men, Theogn. 32; τῶν βελτίστων σοι φαινομένων οὕτωςἔχου, do thou so persevere in those things which appear the best to thee, Plat. Phœdr.; τῆς γνώμης τῆς αὐτῆς ἔχομαι, I persevere in the same opinion, Thucyd. I, 140; τούτων γὰρ εἰχόμην, for I kept hold of these, I stuck close to these, Dem. de Coron.; ἐχόμενοι αὐτῶν Ἀργεῖοι, the Argives bordering upon them, Thucyd. v, 67; εἴχοντο ἐν ἀπόρῳ, they were at a loss, Id. I, 25; ἐν πάσῃ ἐχομένῃ ἀπορίᾳ, in complete perplexity, Plat. Phœdr. § 13; to hold fast, cling to, Xen. Anab. vii, 6, 30; with the genitive of a noun signifying an art or science it means to apply one’s self to; as, φιλοσοφίας ἐχόμενος, applying one’s self to philosophy, Plat. Epist. 7; μείζονος ἐγκλήματος ἔχεσθαι, that one incurs a greater sin or fault, Antonin. ii, 7; ἃ διδασκάλων ἔχεται, what are taught by or had from the teachers, Plat. Protag.; ἐμοῦ ἔχεται, it is in my power, it is my concern; σεῦ δ’ ἔχεται, it is in thy power, or it belongs to thee, Hom.; τοῖς ἀληθείας ἐχομένοις, the things which are probable or next to truth; ἐν τῷ ἐχομένοις, the things which are probable or next to truth; ἐν τῷ ἐχομένῳ ἐνιαυτῷ, in the next or following year; ἐχόμεναι ἀλληλέων, succeeding each other, Herodt. vi, 111. The genitive is generally governed each other, Herodt. vi, 111. The genitive is generally governed by the preposition ἀπό understood; as, οἱ δ’ ἔσχοντο μάχης, they abstained from the fight, Il. iii, 84.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Veho, Bene, Aliquia, Adversus Alius, Shola, Habeo, Habere, Se Habere, Se Habwet, Teneo, Exhibeo, Male, Obtineo, Melius, Possideo, Proximus, Posterus, Retineo, Sustineo, Sequens, Habeo, Vicinior, Ignosco, Resisto, Possum, Habere, Male, Bene, Melius Habere, Se Habet, Habere Aliquid Adversus, Proximus, Sequens, Alius, Posterus, Vicinior.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Haben, Halten, Halten, Fähigkeit, Verwenden.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Avere, Tenere, Ability, Usa.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Avoir, Détenir, Gardez, La capacité, Utilisation.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Tener, Aguantar, Conservar, Capacidad, Utilice.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Ter, Segurar, Keep, Capacidade, Uso.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Hebben, Hold, Keep, Ability, Gebruiken.