Ευρετήριο

Κόπτω



ΡΙΖΑ: < *ΚΟΠ-JΩ, ετεροιωμ. βαθμ. του I.E. *(S)KEP- "κόβω, σπάζω".

ΕΡΜΗΝΕΙΑ:

1) Πλήττω, κτυπώ, κόπτω (βλ. συντ. παρατ. 1Αi).

2) Θρηνώ, κτυπώ το στήθος μου από θλίψη (βλ. συντ. παρατ. 2Αi, 2Bi).

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Κόπτω Mat 21:8, Mar 11:8, Ἀποκόπτω Mar 9:43,45, Κατακόπτω Mar 5:5, Ἐγκόπτω Act 24:4, Κόπος Mat 26:10, Ἀνακόπτω Gal 5:7, Ἐκκόπτω Mat 3:10, Προκόπτω Luk 2:52, Προσκόπτω Mat 4:6.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Ὀδύρομαι Mat 2:18, Ὀδυρμός Mat 2:18, 2Co 7:7, Πενθῶ Mat 5:4, Πένθος Jac 4:9, Θρηνῶ Joh 16:20, Θρῆνος Mat 2:18, Διχοτομῶ Mat 24:51, Συντέμνω Rom 9:28, Ἀφαιρῶ 1Co 13:1, Βάλλω Mat 3:10, Κείρω Act 8:32, Κρούω Mat 7:7, Παίω Mat 26:28, Πατάσσω Mat 26:31, Τύπτω Mat 24:49, Κλαίω Rom 12:15, Κλαυθμός Mat 8:12.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Συνδέω Heb 13:3.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ρήμα α΄ συζυγίας, βαρύτονο.

ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ:

Ενεστ. κόπτω, Πρτ. ἔκοπτον, Μέλ. κόψω, Αόρ. ἔκοψα, Πρκ. κέκοφα, Υπερσ. ἐκεκόφειν.

Μέσ. Ενεστ. κόπτομαι, Πρτ. ἐκοπτόμην, Μέλ. μέσ. κόψομαι, Αόρ. μέσ. ἐκοψάμην, Πρκ. κέκομμαι, Υπερσ. ἐκεκόμμην.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΡΗΜΑΤΑ.

ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:

1) Κόπτω

Α) Μεταβατικό

i) + αιτ.: κόβω κάτι, αποκόπτω κάτι (Mat 21:8 …Ἄλλοι δὲ ἔκοπτον κλάδους δένδρων).

2) Κόπτομαι

Α) Αμετάβατο: θρηνώ, κτυπώ το στήθος μα θρηνώντας (Mat 11:17 …Ἐθρηνήσαμεν καὶ οὐκ ἐκόψασθε).

Β) Μεταβατικό

i) + αιτ.: θρηνώ για κάποιον (Luk 8:52 …Ἐκόπτοντο αὐτὴν...).

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνικό Συντακτικό ΣΥΝΤΑΞΙΣ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Ἐκόψασθε: β΄ πληθυντικό Οριστικής Αορίστου Μεσοπαθητικής Φωνής.

2) Ἔκοπτον: γ΄ πληθυντικό Οριστικής Ενεργητικής Φωνής.

3) Ἐκόπτοντο: γ΄ πληθυντικό Οριστικής Παρατατικού Μεσοπαθητικής Φωνής.

4) Κόψαντες: Ονομαστική πληθυντικού μετοχής αρσενικού γένους του Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

5) Κόψονται: γ΄ πληθυντικό Οριστικής Μέλλοντα Μεσοπαθητικής Φωνής.

 

ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΕΔΑΦΙΑ:

Apoc 18:9: «Καὶ κλαύσουσιν καὶ κόψονται ἐπ᾽ αὐτὴν οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς οἱ μετ᾽ αὐτῆς πορνεύσαντες καὶ στρηνιάσαντες, ὅταν βλέπωσιν τὸν καπνὸν τῆς πυρώσεως αὐτῆς»

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 18:9: Hsa 23:17  Jer 50:46  Jek 27:35  Apoc 18:18   

1) Η λ. Ἐκόψασθε στο εδάφιο Mat 11:17 περιλαμβάνεται σε μια πρόταση με πεζό ρυθμό. Πρόκειται για ένα λογοτεχνικό χαρακτηριστικό της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας το οποίο περιλαμβάνεται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

2) Η λ. Κόψονται στο εδάφιο Rev 1:7 αποτελεί παραπομπή από σχετικό εδάφιο Εβρ. Γραφ. (Ο΄ Dav 7:13, Zac 12:10).

3) Η λ. Ἐκκόψεις στο εδάφιο Luk 13:17 μεταφέρει μια εικόνα…. η οποία περιλαμβάνεται σε μια αναφορά που έχει η επίδραση της φύσης στο θέμα αυτό, στο οποίο προδίδει το αίσθημα της εξαιρετικής εκτίμησης που είχαν στη φύση οι θεόπνευστοι συγγραφείς των Χριστιανικών Ελληνικών Γραφών (Καινή Διαθήκη). Ως περιγραφή αποτελεί λογοτεχνικό χαρακτηριστικό της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας το οποίο περιλαμβάνεται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

ΕΒΔΟΜΗΚΟΝΤΑ (Ο'): Gen 23:2, 50:10, Exo 27:20, 29:40, Lev 24:2, Jer 23:29.

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: to cut, bewail, to strike.

Κόπτω, f. κόψω, pf. κέκοφα, Plat. Theœt. 169; 1. a. ἔκοψα, to strike, beat, wound; to sting, as a serpent, Il. xii, 204; to cut, cut off, slay; to prune, Thucyd. iv, 69; to pound; to stamp coin; to knock at a door, Aristoph. Nub. 133; to shake, jolt; metaphor. to harass, injure, distress, torment; mid. to beat oneÆs breast through excess of grief; hence, to lament, bewail; pas. to be cut, cut down, beatn, worn out; deprived of reason, Æschyl. Ag. 466; κοπτόμενοι δὲ αἰεὶ ταῖς στρατείαις, worn out with incessanat campaigns, Dem. Olynth. 1; βοῶσαν τε καὶ κοπτομένην, crying aloud and beating her breast, Plat. Phœd. 60, A; κοπτομένης τῆς χώρας, the country being laid waste, Xen. Hist. ii, 2, 17; 2. f. pas. or paulopost κεκόψομαι, 2. aor. ἐκόπην, 2. pf. act. κέκοπα, part. κεκοπώς, having struck, Il. xiii, 60; pf. pas. κέκομμαι, hence, κόμμα. Th. κόπω.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Sectis, Donec Abscissus, Lugere, Feriendi.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Schnitt, Zu Schneiden, Zu Klagen, Zu Streiken.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Taglio, Per Tagliare, Piangere, A Colpire.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Coupe, A Couper, Pleurer, Frapper.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Cortada, Para Cortar, Llorar, Golpear.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Corte, Para Cortar, Lamentem, À Greve.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Gesneden, Te Snijden, Bewenen, Stakingsrecht.