Ευρετήριο

Κρίνω (ΟΜ)


Κρίνω (Α)

Κρίνω (Β) Κ.Δ. (Ε.Γ./ΚΕΙΜ.)


ΡΙΖΑ: Κρι-, κρίν-j- ω, κρίννω, κρίνω.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ:

1) Διαιρώ, κρίνω, (ω 507), αποφασίζω (σ 264) για εαυτόν (ι 521, Ι 193), διακρίνω, χωρίζω, διαχωρίζω (Β 362), ελέγχω (Β 446).

2) Διατάσσω (Β 446).

3) Εκλέγω, διαλέγω (ω 108, μ 440), για ενέδρα, καρτέρι (λόχονδε) (ξ 217), επιλέγω (τους αρίστους από τους πολλούς) (Α 309), προσμένω (κάτι από αυτούς) (Ν 129).

4) Διαλύω, ξεδιαλέγω (μ 440).

5) Δικάζω σκολιά, κάνω στραβή κρίση, με την οποία διαστρέφεται το δίκαιο (π 387, Ε 150).

6) Εκλέγομαι, διαλέγομαι, διακρίνομαι (π 269).

7) Διακρίνομαι, αναμετρούμαι με κάποιους, διαμάχομαι (β 385).

8) Διαλύω, εξηγώ, ξεδιαλέγω, σκέπτομαι συγκεκριμένα (Ξ 19), εξηγώ, επεξηγώ (τα όνειρα) (Ε 150).

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Κρίσις, Κριτήριον, Κριτής, Κριτικός, Κρῖμα, Ἄκραιτος, Ἀκρισία, Κριτέον, Κριτός, Εὐκρινής, Κρῖμνον, Κεκριμένος, Κρίνων, Κρινόμενος.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ρήμα α΄ συζυγίας, βαρύτονο.

ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ:

Ενεστ. κρίνω, Πρτ. ἔκρινον, Μέλ. κρινῶ, αόρ. ἔκρινα, Πρκ. κέκρικα, Υπερσ. ἐκεκρίκειν.

Μέσ. ενεστ. κρίνομαι, Πρτ. ἐκρινόμην, Μέλ. μέσ. κρινοῦμαι, Μέλ. παθ. κριθήσομαι, Αόρ. μέσ. ἐκρινάμην, Αόρ. παθ. ἐκρίθην, Πρκ. κέκριμαι, Υπερσ. ἐκεκρίμην.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Ομηρική Γραμματική.

ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:

1) Κρίνω

Α) Αμετάβατο: κρίνω.

Β) Μεταβατικό

i) + αιτ.: διακρίνω-ξεχωρίζω κάτι ή κάποιον, κρίνω κάποιον ή κάτι, κατακρίνω κάποιον.

ii) + τελ.απαρ.: αποφασίζω να…

2) Κρίνομαι

Α) Αμετάβατο: κρίνομαι.

Β) Μεταβατικό

i) + ποιητ.αιτ.: κρίνομαι από…

ΛΕΞΗ-ΦΡΑΣΕΙΣ-ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ-ΛΕΚΤΙΚΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ-ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ (ΓΝΩΜΙΚΑ):

ΛΕΞΗ: Η λ. κρίσις εμφανίζεται σε πολλές εκφάνσεις, εκδηλώσεις μέσα σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, τόσο εσωτερικές [συγκεκριμένοι τρόποι σκέψεων (Ξ 19) και τρόπων ερμηνείας ονείρων (Ε 150)], όσο και σε άλλες περιπτώσεις όπως φυσικά φαινόμενα (άνεμος-άχυρα-καρποί) (Ε 501).

Επίσης η λ. ως ρήμα (κρίνω) φανερώνει την επίλυση των διαφορών με ανθρώπινη δικαστική ενέργεια (μ 440). Φανερώνει καθαρά την εκλογή, την επιλογή και τη διαλογή ανθρώπων με άψογα ανθρώπινα και άλλα χαρακτηριστικά: «διεχώρισαν ἐλέγχοντες» (Β 446), κρίνονται και διακρίνονται οι άριστοι προκειμένου να εκπληρώσουν μια υπηρεσία ή μια αποστολή (ζ 188, Κ 417, Λ 697, Ν 129, ρ 209, Τα 193, δ 166, 408, Θ 36, 48, μ 440), κρίνω, διαλέγω, επιλέγω δώδεκα ταύρους (ν 182), διαπιστώνω ότι στην αγορά κρίνουν στραβά και όχι όπως πρέπει το δίκαιο και επιδιώκουν τη δικαιοσύνη καθώς ο Δίας αφού οργιστεί χύνει πάρα πολύ νερό (Π 387).

ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ: Η λ. αναφέρεται: α) όταν περιγράφεται ένας χωρισμός, διαχωρισμός, διαίρεση και διάκριση μετά των δύο φύλων (άνδρας-γυναίκα – Β 262) καρπών και άχνας (λεπτής άχνης) (Ε 501, β) κατά την εκλογή, επιλογή και διαλογή των αρίστων, διακεκριμένων και επιφανέστερων αρχόντων και κορυφαίων ηγετών και ανδρείων ανδρών (Κ 417, Ν 429, δ 666, ν 182, π 248, ω 107), γ) εκφέρω κρίση για πάσης φύσεως θέματα, ζητήματα και υποθέσεις (π 387, κ 440).

Στην παθητ. φωνή ως ρήμα (κρίνομαι) έχει την έννοια ότι εγώ διακρίνομαι ως ο καλύτερος, αξιότερος και ικανότερος σε κάθε μάχη, διαμάχη, όπου επικρατώ ως άριστος (Β 385, Σ 209, ω 507).

ΓΝΩΜΙΚΑ: «Νεῖκος πολέμοιο» (αποφασίζω τη μάχη - σ 264).

1) α) ΑΓΓΛΙΚΕΣ ΛΕΞΕΙΣ ΜΕ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΙΖΑ: (Ριζ.) Crin- , Crine-, Crinia-Crino.

β) ΑΓΓΛΙΚΑ: Judge, Think, Criticize, Decide, Reason.

Κρινω , imp. κρῖνε, pass. perf. part. κεκριμένος, aor. κρινθέντες, mid. aor. ἐκρινατο, subj. κρινωνται, inf. κρινασθαι, part. κρινάμενος: I. act., separate, καρπόν τε καὶ ἄχνας, Il. 5.501; hence of arranging troops, Il. 2.446; then select, Il. 6.188; freq. the pass., Il. 13.129, Od. 13.182; decide (cernere), νεῖκος, θέμιστας, Od. 18.264, Il. 16.387; οὖρος κεκριμένος, a ‘decided’ wind, Il. 14.19.—II. mid., select or choose for oneself; Od. 4.408, Od. 8.36; get a contest decided, ‘measure oneself’ in battle, κρινεσθαι Ἄρηι (decernere proelio), Il. 2.385; abs. Od. 24.507, cf. Od. 16.269; of ‘interpreting’ dreams, Il. 5.150.


EKΤΥΠΩΣΗ εκτύπωση