Ευρετήριο

Καθαρός





ΡΙΖΑ: < Αγνώστου ετύμου.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Καθαρός, αγνός, ακηλίδωτος, αμόλυντος, απαλλαγμένος από φυσικό, ηθικό ή θρησκευτικό μόλυσμα (βλ. ΕΙΔ. ΧΑΡΑΚΤΗΡ. ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ 1).

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Καθαρίζω Mat 8:2, Διακαθαρίζω Mat 3:12, Καθαρισμός Apoc 21:11, Καθαρότης Heb 9:13.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Λαμπρός Apoc 22:1, Ἀγνίζω Act 24:18, Ἀγνός Phl 4:8, Ἀγνισμός Act 21:26, Τηλαυγός Mar 8:25, Οὐρανός Mat 6:23, Εὐδία Mat 16:2,3, Λευκαίνω Mar 9:3.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Μολύνω 1Co 8:7, Μολυσμός 2Co 7:1.



ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Επίθετο β΄ κλίσης, τρικατάληκτο σε: -ος, -α, -ον.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΕΠΙΘΕΤΟΥ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Καθαρά: Ονομαστική ενικού θηλυκού γένους.

-Ονομαστική πληθυντικού ουδετέρου γένους.

2) Καθαρᾷ: Δοτική ενικού θηλυκού γένους.

3) Καθαρᾶς: Γενική ενικού θηλυκού γένους.

4) Καθαροί: Ονομαστικη πληθυντικού αρσενικού γένους.

5) Καθαροῖς: Δοτική πληθυντικού αρσενικού γένους.

6) Καθαρόν: Αιτιατική ενικού αρσενικού γένους.

-Ονομαστική ενικού ουδετέρου γένους.

7) Καθαρός: Ονομαστική ενικού αρσενικού γένους.

8) Καθαροῦ: Γενική ενικού αρσενικού ή ουδετέρου γένους.

9) Καθαρῷ: Δοτική ενικού αρσενικού ή ουδετέρου γένους.

10) Καθαρῶν: Γενική πληθυντικού αρσενικού ή θηλυκού ή ουδετέρου γένους.



ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΕΔΑΦΙΑ:

Apoc 16:14,16: «εἰσὶν γὰρ πνεύματα δαιμονίων ποιοῦντα σημεῖα, ἐκπορεύεται ἐπὶ τοὺς βασιλεῖς τῆς οἰκουμένης ὅλης συναγαγεῖν αὐτοὺς εἰς τὸν πόλεμον τῆς ἡμέρας τῆς μεγάλης τοῦ θεοῦ τοῦ παντοκράτορος.» «Καὶ συνήγαγεν αὐτοὺς εἰς τὸν τόπον τὸν καλούμενον ἙβραϊστἉρμαγεδδών.»

Apoc 19:11-15: «Καὶ εἶδον τὸν οὐρανὸν ἠνεῳγμένον, καἰδοἵππος λευκὸς καὁ καθήμενος ἐπ᾽ αὐτὸν [καλούμενος] πιστὸς καἀληθινός, καἐν δικαιοσύνῃ κρίνει καὶ πολεμεῖ. οἱ δὀφθαλμοὶ αὐτοῦ [ὡς] φλὸξ πυρός, καἐπὶ τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ διαδήματα πολλά, ἔχων ὄνομα γεγραμμένον ὃ οὐδεὶς οἶδεν εἰ μὴ αὐτός, καὶ περιβεβλημένος ἱμάτιον βεβαμμένον αἵματι, καὶ κέκληται τὄνομα αὐτοὁ λόγος τοῦ θεοῦ. Καὶ τὰ στρατεύματα [τὰ] ἐν τῷ οὐρανἠκολούθει αὐτἐφἵπποις λευκοῖς, ἐνδεδυμένοι βύσσινον λευκὸν καθαρόν. καἐκ τοῦ στόματος αὐτοἐκπορεύεται ῥομφαία ὀξεῖα, ἵνα ἐν αὐτῇ πατάξῃ τἔθνη, καὶ αὐτὸς ποιμανεῖ αὐτοὺς ἐν ῥάβδῳ σιδηρᾷ, καὶ αὐτὸς πατεῖ τὴν ληνὸν τοῦ οἴνου τοῦ θυμοῦ τῆς ὀργῆς τοῦ θεοῦ τοῦ παντοκράτορος»

Οι πολλές μορφές της αδικίας: Αρκεί να σκεφτεί κανείς μόνο τα πολλά χρήματα και τον τεράστιο χρόνο, που σπαταλιούνται στην παραγωγή πολεμικών όπλων και εφοδίων, και που τελικά προκαλούν εκατομμύρια άσκοπους θανάτους, ιδιαίτερα μεταξύ των νέων ανθρώπων. Όπως και τα κολοσσιαία ποσά που απαιτούν και επιζητούν οι, ποικίλης μορφής, «νόμιμες» και παράνομες απολαύσεις στα πλαίσια ιδιοτελών παρορμήσεων των ανθρώπων.

Όλα αυτά προκαλούν και εξάπτουν το δίκαιο θυμό του Δημιουργού Ιεχωβά Θεού. Για το λόγο αυτό Εκείνος έχει διορίσει τον Γιο Του για να διεξαγάγει έναν κατά πάντα δίκαιο πόλεμο εναντίον ολόκληρου αυτού του πονηρού συστήματος πραγμάτων, προκειμένου να τερματίσει οριστικά και τελεσίδικα τις αδικίες κάθε μορφής.



1) Η λ. Καθαρός: α) (με γεν. έννοια): ο τέλειος, αποτελεσματικός, β) (με ηθική έννοια): ο απαλλαγμένος πάσης ενοχής, γ) (με μεταφ. έννοια) αυτός που είναι απαλλαγμένος από επιλήψιμες πράξεις και που είναι σύμφωνος προς τους άγραφους ηθικούς κανόνες.

ΕΒΔΟΜΗΚΟΝΤΑ (Ο'): Gen 7:2, 3:8, Job 11:15, Neh 2:20.



1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Clean, Clear, Pure.

Καθαρός, ά, όν, clean, pure, free from impurity, physically; clean, as a place, Plat. Theœt. 177, A; free from any moral stain; hence, pure, blameless; irreproachable with gen.; same as the Latin purus et integer; ἂν καθαροὶ ὦσιν αἱ ψῆφοι καὶ μηδὲν περιῇ, if the accounts are balanced, and there is nothing over, Demosth; οὐ καθαρὸς χεῖρας ἐών, having hands stained with guilt, lit. not being unstained (κατά) as to his hands, Herodt. i; pure, as a victim from any stain or spot, Id. ii, 38; clear, as a river, from muddiness, Id. iv, 53; holy; καθαρὰν ποιῆσαι τὴν πόλιν, to purge the city, Lysias c. Eratosth.; ἐν καθαρῷ (scil. τόπῳ), in a clean place, Il. viii, 491; τὸ καθαρὸν τοῦ στράτου, the flower of the army, Herodt. iv, 135; Thucyd. v, 8; τὸ καθαρόν, purity. Buttmann, in Lexil., supposes καθαρός itself to be a root.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Castus, Mundus, Purus, Candidus.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Sauber, Klar, Rein.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Pulito, Sereno, Puro.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Propre, Clair, Pur.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Limpio, Claro, Puro.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Limpo, Claro, Pura.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Schoon, Helder, Zuiver.