Ευρετήριο

Καθίζω





ΡΙΖΑ: < ΚΑΤΑ+ΙΖΩ, α) βλ.λ. Κατά, β) ΙΖΩ < I.E. *SED- ''καθίζω''.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ:

1) Βάζω κάποιον να καθίσει, καθίζω (στο εδώλιο του δικαστηρίου).

2) Κάθομαι.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Ἐπικαθίζω Mat 21:7, Κάθημαι Luk 21:35, Συγκάθημαι Act 26:30, Συγκαθίζω Luk 22:55, Ἀνακαθίζω Luk 7:15, Καθέζομαι Mat 26:55, Παρακαθίζω Luk 10:39.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Οἰκῶ 1Ti 6:16, Κατοικῶ Col 1:19, Κατοίκησις Eph 2:22, Ἐγκατοικῶ 2Pe 2:8, Κατοικίζω Jac 4:5, Ἐνοικῶ 2Co 6:16, Συνοικῶ 1Pe 3:7, Μένω Joh 1:38, Παραμένω Heb 7:23, Προσμένω Mar 8:2, Προσκαρτερῶ Rom 12:12, Σκηνῶ Joh 1:14, Κατασκηνῶ Mat 13:32, Διανυκτερεύω Luk 6:12, Μίσθωμα Act 28:30, Ἀνάκειμαι Mat 9:10, Συνάκειμαι Mar 2:15, Κατάκειμαι Luk 5:29, Ἀνακλίνω Luk 12:37, Κατακλίνω Luk 7:36, Ἀναπίπτω Mar 6:40, Χρονίζω Heb 10:37, Διατρίβω Joh 3:32.



ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ρήμα α΄ συζυγίας, βαρύτονο.

ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ:

Ενεστ. καθίζω, Πρτ. ἐκάθιζον, Μέλ. καθίσω, Αόρ. ἐκάθισα, Πρκ. κεκάθικα, Υπερσ. ἐκεκαθίκειν.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΡΗΜΑΤΑ.

ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:

1) Καθίζω

Α) Αμετάβατο: κάθομαι (Mat 19:28...Ὅταν καθίσῃ ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου...)

Β) Μεταβατικό

i) + αιτ.: καθίζω κάποιον (στο εδώλιο του δικαστηρίου) (1Co 6:4...Τοὺς ἐξουθενημένους...τούτους καθίζετε...)

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνικό Συντακτικό ΣΥΝΤΑΞΙΣ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Ἐκάθισα: α΄ ενικό Οριστικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

2) Ἐκάθισαν: γ΄ πληθυντικό Οριστικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

3) Ἐκάθισεν: γ΄ ενικό Οριστικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

4) Καθίζετε: β΄ πληθυντικό οριστικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

5) Καθῖσαι: Απαρέμφατο Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

6) Καθίσαντες: Ονομαστική πληθυντικού μετοχής αρσενικού γένους του Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

7) Καθίσαντος: Γενική ενικού μετοχής αρσενικού γένους του Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

8) Καθίσας: Ονομαστική ενικού μετοχής αρσενικού γένους του Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

9) Καθίσατε: β΄ πληθυντικό Προστακτικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

10) Καθίσει: γ΄ ενικό Οριστικής Μέλλοντα Ενεργητικής Φωνής.

11) Καθίσῃ: γ΄ ενικό Υποτακτικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

12) Καθίσωμεν: α΄ πληθυντικό Υποτακτικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

13) Καθίσωσιν: γ΄ πληθυντικό Υποτακτικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

14) Κεκάθικεν: γ΄ ενικό Οριστικής Παρακειμένου Ενεργητικής Φωνής.



ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΕΔΑΦΙΑ:

Apoc 3:2: «γίνου γρηγορῶν καὶ στήρισον τὰ λοιπὰ ἃ ἔμελλον ἀποθανεῖν, οὐ γὰρ εὕρηκά σου τὰ ἔργα πεπληρωμένα ἐνώπιον τοῦ θεοῦ μου.»

Apoc 20:4: «Καὶ εἶδον θρόνους καὶ ἐκάθισαν ἐπ᾽ αὐτοὺς καὶ κρίμα ἐδόθη αὐτοῖς, καὶ τὰς ψυχὰς τῶν πεπελεκισμένων διὰ τὴν μαρτυρίαν Ἰησοῦ καὶ διὰ τὸν λόγον τοῦ θεοῦ καὶ οἵτινες οὐ προσεκύνησαν τὸ θηρίον οὐδὲ τὴν εἰκόνα αὐτοῦ καὶ οὐκ ἔλαβον τὸ χάραγμα ἐπὶ τὸ μέτωπον καὶ ἐπὶ τὴν χεῖρα αὐτῶν. καὶ ἔζησαν καὶ ἐβασίλευσαν μετὰ τοῦ Χριστοῦ χίλια ἔτη.»

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 3:2: Luk 21:34  Eph 5:15  1Th 5:6  Luk 22:32  Act 18:23  2Co 6:1

Apoc 20:4: Luk 22:30  Mat 19:28  Luk 22:30  1Co 6:2  Apoc 13:12  Apoc 13:15  Apoc 13:16  2Ti 2:12  Apoc 1:6

ΕΒΔΟΜΗΚΟΝΤΑ (Ο'): Gen 8:4, 21:16, 22:5, 27:19, 37:25, Exo 2:15, Psa 121:5, Pro 22:10.

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Sit Down, Sit Someone, Continue, Dwell, Set, Tarry.

Καθίζω, Ion. κατίζω, f. ίσω, Att. ιῶ, Dor. ίξω, 1. a. ἐκάθισα, pf. κεκάθικα, f. mid. καθιζήσομαι, transitevely, to cause or order any person to sit down; ἄλλους μὲν κάθιστον Τρῶας, Il. vii, 49; κάθιζε, sit down; κάθιζέ νῦν με, Soph. Œd. C. 21; καθίσας αὐτόν· ἐπὶ τὸν θρόνον τὸν βασίλειον αὐτὸν καθιεῖν, Xen. Anab. ii, 1, 4; to order an army to pitch their tents or encamp, Xen. Cyr. vi, 1, 14; καὶ καθίσας τὸν στρατόν, and having encamped his army, Thucyd. ii, 71; to constitue a court, convene a meeting; to appoint, as a judge; to institute; to seat one’s self; to sit; ἄν τε πεντακοσίους, ἄν τε χιλίους, ἄν τε ὁπόσους δὴ ἡ πόλις καθίσῃ, Demosth. 585, antepen.; intransitively, to sit down; ῥαπτὰ ἀφ’ ὧν καθίζουσιν οἱ Πέρσαι μαλακῶς, Xen. Hist. iv, 1, 13; to tarry, dwell, remain.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Sedere, Facio, In Sede Colloco, Sido, Sedeo, Considere, Residere, Constituere.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Lehnen Sie, Jemand, Sitzen.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Siedo, Siediti Qualcuno.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Asseyer, Asseyez-Vous Quelqu'un.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Siéntese, Siéntese A Alguien.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Sente-se, Sente-se Alguém.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Zit, Zit Iemand.