Ευρετήριο

Καιρός




ΡΙΖΑ: Αβεβαίου ετύμου.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ:

1) Χρόνος, χρονικό διάστημα, καιρός, χρονική περίοδος.

2) Κατάλληλη εποχή, κατάλληλη στιγμή χρόνου, κατάλληλος καιρός, κρίσιμος στιγμή, κρίσιμο σημείο για δράση.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Καιρός Heb 11:15, Πρόσκαιρος Heb 11:25, Εὐκαίρως 2Ti 4:2, Mar 14:11, Εὐκαιρία Mat 26:16, Ἀκαίρως 2Ti 4:2.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Ἀεί Act 7:51, Διαπαντός Act 10:2, Πάντοτε (Πάντη) Act 24:3, Ἀκαιροῦμαι Phl 4:10, Εὐκαιρῶ 1Co 16:12, Χρόνος Mat 2:7, Ὥρα Mat 14:15, Τόπος Act 25:16, Μεταξύ Joh 4:31, Πάλαι Heb 1:1, Ἑκάστοτε 2Pe 1:15, Ἄχρι Heb 3:13, Ὅταν 1Co 3:4, Ἕως Mat 14:22, (Ἕως) Ὅτου Mat 5:25, Ὅτε Joh 17:12.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Μήτε Ἀρχήν Ἡμερῶν Μήτε Ζωῆς Τέλος Heb 7:3, (Χρόνος) Αιώνιος Rom 16:25.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ουσιαστικό β΄ κλίσης, αρσενικού γένους: Καιρός, -οῦ.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Καιροί: Ονομαστική πληθυντικού.

2) Καιροῖς: Δοτική πληθυντικού.

3) Καιρόν: Αιτιατική ενικού.

4) Καιρός: Ονομαστική ενικού.

5) Καιροῦ: Γενική ενικού.

6) Καιρούς: Αιτιατική πληθυντικού.

7) Καιρῷ: Δοτική ενικού.

8) Καιρῶν: Γενική πληθυντικού.



ΠΑΡΑΛΛΗΛΕΣ ΣΥΜΦΡΑΖΟΜΕΝΕΣ ΕΚΦΡΑΣΕΙΣ:

Καιρός του τέλους

Η έκφραση «καιρός του τέλους» δηλώνει μια περίοδο χρόνου που κορυφώνεται με το τέλος ή την καταστροφή, όχι όλων των πραγμάτων αλλά των πραγμάτων που αναφέρονται στην προφητεία. Οι Γραφές διασαφηνίζουν ότι ο ίδιος ο χρόνος δεν θα τελειώσει. Για παράδειγμα, ο ψαλμωδός είπε σχετικά με τη γη: «Δεν θα κλονιστεί στον αιώνα, και μάλιστα για πάντα». (Psa 104:5) Εφόσον η γη θα εξακολουθεί να υπάρχει, έπεται κατ’ ανάγκην ότι ο χρόνος, ως γήινη «διάσταση» ή μέγεθος, δεν θα σταματήσει.

Μολονότι το εδάφιο Apoc 10:6 λέει, σύμφωνα με το πρωτότυπο ελληνικό κείμενο, χρόνος ουκέτι έσται, τα συμφραζόμενα υποδεικνύουν ότι αυτό σημαίνει πως δεν θα δοθεί επιπλέον χρόνος. Άρα, τερματίζεται μια συγκεκριμένη περίοδος χρόνου η οποία είχε παραχωρηθεί.

Γι’ αυτό, άλλες μεταφράσεις λένε: «Δεν θα υπάρξει πλέον καθυστέρησις». (ΚΑΤΚ, βλέπε επίσης ΜΠΚ.) «Δεν θα υπάρξει πια καμιά καθυστέρηση». (ΜΝΚ) Σχολιάζοντας αυτό το εδάφιο, ο Ά. Τ. Ρόμπερτσον παρατηρεί: «Αυτό δεν σημαίνει ότι ο χρόνος … θα σταματήσει να υφίσταται, αλλά μόνο ότι δεν θα υπάρξει πλέον καθυστέρηση στην εκπλήρωση της έβδομης σάλπιγγας (εδάφιο 7), ως απάντηση στην ερώτηση: «Πόσο ακόμη;» (6:10)».—Λεκτικές Εικόνες της Καινής Διαθήκης (Word Pictures in the New Testament), 1933, Τόμ. 6, σ. 372.

ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΕΔΑΦΙΑ:

Mat 28:20: «Πάσας τὰς ἡμέρας».

Luk 21:36: «Ἐν παντί καιρῷ».

Αct 24:3: «Παντί καὶ πανταχοῦ (πάντοτε)».

Apoc 1:3: «Μακάριος ὁ ἀναγινώσκων καὶ οἱ ἀκούοντες τοὺς λόγους τῆς προφητείας καὶ τηροῦντες τὰ ἐν αὐτῇ γεγραμμένα, ὁ γὰρ καιρὸς ἐγγύς.»

Apoc 12:14: «καὶ ἐδόθησαν τῇ γυναικὶ αἱ δύο πτέρυγες τοῦ ἀετοῦ τοῦ μεγάλου, ἵνα πέτηται εἰς τὴν ἔρημον εἰς τὸν τόπον αὐτῆς, ὅπου τρέφεται ἐκεῖ καιρὸν καὶ καιροὺς καὶ ἥμισυ καιροῦ ἀπὸ προσώπου τοῦ ὄφεως.»

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 1:3: Dan 8:19  Apoc 22:10

Apoc 12:14: Apoc 11:3  Apoc 12:6

1) Η φράση «Ἐν ὦ καιρῷ» (Act 7:20) αποτελεί Σημιτισμό (Εβραϊσμό/Αραμαϊσμό) (παραβ. Heb 11:23).

2) Η λ. Καιρόν στο εδάφιο 1Co 7:5, 10, 14, 16, 34, 39 μεταφέρει εικόνα και παρομοίωση από την καθημερινή ζωή των βιβλικών χρόνων (εδώ από την σφαίρα του Αστικού Δικαίου). Αναφέρεται ως ένα λογοτεχνικό χαρακτηριστικό του (πρωτότυπου) κειμένου των Χριστιαν. Ελλην. Γραφών (Καινής Διαθήκης).

3) Η λ. Καιρῷ στο εδάφιο 2Co 6:2 αποτελεί εκπλήρωση προφητείας (παραβ. Ο΄ Hsa 49:8).

4) Η λ. Καιροῦ στο εδάφιο Rom 9:9 αποτελεί παραπομπή από σχετικό εδάφιο Εβρ. Γραφ. (Ο΄ Gen 18:14).

5) Η λ. Καιρῷ στο εδάφιο Mat 14:1 περιλαμβάνεται σε μια «πρόταση κατά παράταξη» αντί της «σύνταξης καθ’ υπόταξη». Πρόκειται για ένα λογοτεχνικό χαρακτηριστικό της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας το οποίο περιλαμβάνεται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

ΕΒΔΟΜΗΚΟΝΤΑ (Ο’): Gen 1:14, 6:13, 17:21,23,26, Exo 2:2, Psa 74:3, Hsa 50:4.

1) α) ΑΓΓΛΙΚΕΣ ΛΕΞΕΙΣ ΜΕ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΙΖΑ: Kairos.

β) ΑΓΓΛΙΚΑ: Season, Always, Opportunity, Time, Weather, While.

Καιρός, οῦ, , occasion, opportunity of time or place, season, fit or proper time, Soph. Electr. 75; a period of time, Æschin. c. Ctes. p. 20 and 21; also Demosth. passim; time, state of things; measure; advantage, utility; πρὸς καιρόν, for a time, for the moment; καιροί, circumstances of the time; conjunctures; εἰς καιρόν, ἐν καιρῷ, ἐπὶ καιροῦ, at a fitting time; in time, seasonably, opportunely; κατὰ καιρόν, sufficiently, enough, s. as ἱκανῶς· οὐδένα καιρόν, for οὐκ εἰς καιρόν or ἀκαίρως, unseasonably, Eurip. Med. 127, as explained by Elmsley, in Mus. Crit., vol. ii, p. 8; ὑπὲρ τὸν καιρόν, more than sufficient, beyond measure, Herodt. I, 30; πέρα τοῦ καιροῦ, beyond what is proper, Demosth. 208, 7; καιρὸν ἴσθ’ ἐλελυθώς, be assured you have come at a seasonable moment, Soph. Aj. 1295; καιροῦ πέρα, beyond just bounds, Æschyl. Prom. 506; ἀπὸ καιροῦ, unseasonably. Μὴ γενέσθαι μᾶλλον εἶχε τοῖς πράγμασι καιρὸν ἢ γεγενημένην νῦν δι’ ἡμᾶς λυθῆναι, i. e. καίριον or ὠφέλιμον ἦν, Thucyd. I, 42; χάρις καιρὸν ἔχουσα· τίνα γὰρ χρόνον ἢ τίνα καιρόν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι τοῦ παρόντος βελτίω ζητεῖτε, Dem. Olynth. iii, 16, p. 52; χρόνος is time in general, …καιρός, a favorable time, a critical conjuncture. Perhaps from κάρα, the head.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Tempus, Momentum, Dies, Aetas, Aevus, Aevum.

ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Zeit, Mal, Zeitpunkt, Dauer, Laufzeit, Stunde, Takt, Tempo, Spielraum.

ΙΤΑΛΙΚΑ: Tempo, Volta, Momento, Ora, Periodo, Orario, Termine.

ΓΑΛΛΙΚΑ: Temps, Moment, Fois, Heure, Époque, Saison.

ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Tiempo, Vez, Momento, Hora, Época, Tiempos, Plazo, Período, Ocasión.

ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Tempo, Vez, Hora, Momento, Época, Período, Prazo, Data, Ocasião.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Seizoen, Altijd, Opportunity, Tijd, Weer, Terwijl.