Ευρετήριο

Καίω



ΡΙΖΑ: καF-jω, καFjει, καιFει, (συνεστ. Βαθμ. του ΙΝΔ/Ε qeu=καίω, ανάβω).

ΕΡΜΗΝΕΙΑ:

1) Ανάπτω, καίω, βάλλω πυρ, πυρπολώ, καίομαι, φλέγομαι.

2) κατακαίω, καταστρέφω δια πυρός, καταναλίσκω.

3) καψαλίζω, καταξηραίνω.

4) καταναλώνω ως καύσιμη ύλη.

5) εξαντλώ κάτι ώσπου να μη λειτουργεί κάτι.

5) Σκοτώνω με φωτιά.

6) Αποτεφρώνω.

7) Παθαίνω κάψιμο, έγκαυμα.

8) προκαλώ φθορά, καταστρέφω.

9) Εκπέμπω υψηλή θερμοκρασία, είμαι καυτός.

10) Έχω πυρετό.

11) Είμαι αναμμένος.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Ἐκκαίω Rom 1:27, Καῦμα Apoc 7:16, Καυματίζω Mat 13:6, Καῦσις Heb 6:8, Καύσομαι 2Pe 3:10, Καύσων Jac 1:11, Κατακαίω Mat 3:12, Ὁλοκαύτωμα Mar 12:33.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Πυρόομαι Eph 6:16, Πῦρ Mat 3:10, Πυρά Act 28:2,3, Πυρέσσω 2Pe 3:12, Πυρράζω Mat 16:2, Πύρρος Apoc 6:4, Πύρωσις Apoc 18:9, Ἐμπίπρημι Mat 2:7, Ἐπιφαύσκω Eph 5:14, Ἐπιφαίνω Luk 1:79, Ἀνάπτω Jac 3:5, Καταναλίσκω Heb 12:29, Λάμπω Mat 5:15, Λαμπάς Mat 25:1, 3, 4, Ἅπτω Luk 8:16, 11:33, Φλογίζω Jac 3:6, Φλόξ Act 7:30, Φωτίζω Luk 11:36, Φῶς 1Jo 1:5, Φωτεινός Mat 6:22, Φέγγος Luk 11:33, Ἀστράπτω Luk 17:24, Λύχνος Mat 5:15.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Σβύννυμι Mar 9:48, Heb 11:34.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ρήμα α΄ συζυγίας.

ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ:

Ενεστ. καίω, Πρτ. ἔκαιον, Μέλ. καύσω, Αόρ. έκυρίευσα, Πρκ. ἔκαυσα.

Μέσ. Ενεστ. καίομαι, Πρτ. ἐκαιόμην, Μελ. παθ. καυθήσομαι, Αόρ. παθ. ἐκαύθην, Πρκ. κέκαυμαι, Υπερσ. ἐκεκαύμην.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΡΗΜΑΤΑ.

ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ

1) Καίω

α) Μεταβατικό

i) + αιτ.: καίω κάτι.

2) Καίομαι

Α) Αμετάβατο: καίγομαι.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνικό Συντακτικό ΣΥΝΤΑΞΙΣ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Καίουσιν: γ΄ πληθυντικό οριστικής ενεστώτα ενεργητικής φωνής

2) Καιόμενοι: ονομαστική πληθυντικού μετοχής αρσενικού γένους

3) Καιομένη: ονομαστική ενικού μετοχής θηλυκού γένους του ενεστώτα

4) Κεκαυμένῳ: δοτική ενικού μετοχής αρσενικού γένους του παρακειμένου.

ΕΒΔΟΜΗΚΟΝΤΑ (Ο'): Exo 3:2, 27:20,21, 15:3, Psa 7:14, Jer 39:29.

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Burn, Light.

Καίω, Att. κάω, f. m. καύσομαι, 1. a. Ion. ἔκηα, inf. κῆαι, Odys. xv, 97, opt. κηαίεν, Il. xxiv, 38, Att. prose ἔκαυσα, Xen. Cyr. iii, 3, 17, Att. Poet. ἔκεα· ἤτοι κέαντες ἤ τεμόντες, Æschyl. Ag. 823, Epic ἔκεια, Odys. ix, 231; to set on fire, to burn, consume; to destroy or lay waste by fire, Xen. Anab. i, 6, 1; to kindle, πυρά, Id. Anab. iv, 1, 8; to frostbite, Id. Cyn. viii, 2; pas. καίομαι and κάομαι, to burn, to be in a flame, Id. Hist. iv, 5, 4; to take fire. In the pas. it is applied to vehement emotions of the mind, καίεσθαί τινος, scil. ἔρωτι, to be inflamed with love for any one, 1. a. pas. ἐκαύθην, 2. aor. pas. ἐκάην, pf. pas. κέκαυμαι, to be burned, consumed.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Uror, Ardere, Accensibilis, Accendere.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Ich Brenne.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Io Brucio.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Je Brûle.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Quemo.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Eu Queimo.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Ik Brand.