Ευρετήριο

Κακός



ΡΙΖΑ: Αβεβαίου ετύμου.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ:

1) Κακός, βλαβερός, επικίνδυνος.

2) Άνθρωπος ανήθικος, φαύλος, αχρείος, διεφθαρμένος και ολέθριος.

3) (Ως ουσιαστικοποιημένο επίθετο) το κακό, η βλάβη, η συμφορά, η κακή πράξη.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Κακία 1Co 5:8, Κακόν Act 23:9, Κακῶς Mat 21:41, Κακοποιός 1Pe 2:12, Κακοῦργος 2Ti 2:3.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Πονηρός Mat 5:1, Σαπρός Mat 7:17, Κατάλαλος Rom 1:30, Ὑβριστής Mat 5:22, Κλέπτης Mat 6:19,20, Στασιαστής Mat 15:7, Φονεύς Mat 22:7, Ληστής Mat 27:38,44, Ἄτοπος Act 28:6, Φαῦλος Joh 5:29, Ἄδικος Mat 5:45, Luk 16:10.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Καλός Mat 3:10, Ἄκακος Heb 7:26, Ἀγαθός Mat 5:45, Ἀγαθοποιός 1Pe 2:14.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Επίθετο β΄ κλίσης, τρικατάληκτο σε: -ος, -η, -ον.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΕΠΙΘΕΤΑ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΕΠΙΘΕΤΟΥ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Κακά: Ονομαστική ή αιτιατική πληθυντικού ουδετέρου γένους.

2) Κακαί: Ονομαστική πληθυντικού θηλυκού γένους.

3) Κακοί: Ονομαστική πληθυντικού αρσενικού γένους.

4) Κακόν: Αιτιατική ενικού αρσενικού γένους.

- Ονομαστική ή αιτιατική ενικού ουδετέρου γένους.

5) Κακός: Ονομσατική ενικού αρσενικού γένους.

6) Κακοῦ: Γενική ενικού αρσενικού ή ουδετέρου γένους.

7) Κακούς: Αιτιατική πληθυντικού αρσενικού γένους.

8) Κακῷ: Δοτική ενικού αρσενικού ή ουδετέρου γένους.

9) Κακῶν: Γενική πληθυντικού αρσενικού ή θηλυκού ή ουδετέρου γένους.

ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΥΣΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ:

Apoc 16:1-6: «Καἤκουσα μεγάλης φωνῆς ἐκ τοῦ ναοῦ λεγούσης τοῖς ἑπτἀγγέλοις· ὑπάγετε καἐκχέετε τὰς ἑπτὰ φιάλας τοῦ θυμοῦ τοῦ θεοῦ εἰς τὴν γῆν. Καἀπῆλθεν ὁ πρῶτος καἐξέχεεν τὴν φιάλην αὐτοῦ εἰς τὴν γῆν, καἐγένετο ἕλκος κακὸν καὶ πονηρὸν ἐπὶ τοὺς ἀνθρώπους τοὺς ἔχοντας τὸ χάραγμα τοῦ θηρίου καὶ τοὺς προσκυνοῦντας τῇ εἰκόνι αὐτοῦ. Καὁ δεύτερος ἐξέχεεν τὴν φιάλην αὐτοῦ εἰς τὴν θάλασσαν, καἐγένετο αἷμα ὡς νεκροῦ, καὶ πᾶσα ψυχὴ ζωῆς ἀπέθανεν τἐν τῇ θαλάσσῃ. Καὁ τρίτος ἐξέχεεν τὴν φιάλην αὐτοῦ εἰς τοὺς ποταμοὺς καὶ τὰς πηγὰς τῶν ὑδάτων, καἐγένετο αἷμα. Καἤκουσα τοἀγγέλου τῶν ὑδάτων λέγοντος· δίκαιος εἶ, ὢν καἦν, ὅσιος, ὅτι ταῦτα ἔκρινας, ὅτι αἷμα ἁγίων καὶ προφητῶν ἐξέχεαν καὶ αἷμα αὐτοῖς [δ]έδωκας πιεῖν, ἄξιοί εἰσιν.»

Η τιμωρία των ασεβών και πονηρών από τον Δίκαιο Ιεχωβά Θεό είναι μια πράξη οσιότητας.

Αυτό αποδεικνύεται από τις εντολές που δίνει ο Ιεχωβά εδώ στους εφτά αγγέλους: «Πηγαίνετε και αδειάστε τις εφτά κούπες (φιάλες – ΚΕΙΜ) του θυμού του Θεού στη γη».

Καθώς ο τρίτος άγγελος αδειάζει την κούπα του «στους ποταμούς και τις πηγές των νερών» αυτά γίνονται αίμα.

Κατόπιν ο άγγελος λέει στον Ιεχωβά Θεό: Δίκαιος είσαι Συ Εκείνος που είναι και που ήταν ο Όσιος διότι πήρες αυτές τις αποφάσεις επειδή έχυσαν το αίμα των αγίων και προφητών και τους έδωσες να πιουν αίμα. Τους αξίζει κυριολεκτικά.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 16:2: Apoc 8:7  Apoc 20:11  Exo 9:10  Deu 28:35  Apoc 13:16  Apoc 13:18  Apoc 13:15

1) «(Μὴ πλανᾶσθαι) φθείρουσιν ἤθη χρηστά ὁμιλίαι κακαί» (1Co 15:33). Το απόφθεγμα αυτό αναφέρεται από τον Ευριπίδη: ΙΙΙ (Fragmenta Lipsiae B.G. Teubner 1912 εκδ. Aug. Nack σελ. 282 αριθ. 1013) και τον Μένανδρο: (Fragmenta 211 Meine cue). 1α) Η λ. Κακαί στο εδάφιο 1Co 15:33 περιλαμβάνεται σε μια φράση με «ύφος όχι ρητορικό» αλλά «με διαλεκτική απλότητα» με σύντομη αναφορά σ’ ένα ρητό ή παροιμία. Πρόκειται για ένα λογοτεχνικό χαρακτηριστικό της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας το οποίο περιλαμβάνεται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

2) «Κρῆτες ἀεί ψεῦσται κακά θηρία γαστέρες ἀργαῖ» (Tit 1:12). Ο στίχος αναφέρεται από τον Επιμενίδη στο έργο του «Θεογονία» ή στους «Χρησμούς» αυτού (παραβ. Κλήμης Αλεξ. Στρωματ. 1, 14 (Migne ΕΠ 8 σελ. 757).

3) Η λ. Κακά στο εδάφιο Tit 1:12 περιλαμβάνεται σε μια φράση με «ύφος όχι ρητορικό» αλλά «με διαλεκτική απλότητα» με σύντομη αναφορά σ’ ένα ρητό ή παροιμία. Πρόκειται για ένα λογοτεχνικό χαρακτηριστικό της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας το οποίο περιλαμβάνεται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

3) Η λ. Κακός στο εδάφιο Mat 21:41 αποτελεί έκφραση-λογοπαίγνιο (παρονομασία και παρήχηση) της "Κοινής" Ελλην. Γλώσσας.

4) Η λ. Κακόν στο εδάφιο 1Co 13:5 περιλαμβάνεται σε μια φράση ή σ' ένα εδάφιο αναφοράς με απαρίθμηση περιπτώσεων. Πρόκειται για ένα λογοτεχνικό χαρακτηριστικό της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας το οποίο περιλαμβάνεται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

5) Η λ. Κακῷ στο εδάφιο Rom 13:3 περιλαμβάνεται σε μια φράση με ύφος «όχι ρητορικό» αλλά με «διαλεκτική απλότητα» και μάλιστα με ευχάριστη παραμονή στην «παροιμιακή βραχύτητα». Πρόκειται για ένα λογοτεχνικό χαρακτηριστικό της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας το οποίο περιλαμβάνεται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

6) Η λ. Κακῶν στο εδάφιο Rom 1:30 περιλαμβάνεται σε μια απαρίθμηση αρετών (γνωστή και ως Αρετολογία) αλλά και παθών. Πρόκειται για ένα λογοτεχνικό χαρακτηριστικό του (πρωτότυπου) κειμένου των Χριστιανικών Ελληνικών Γραφών (Καινή Διαθήκη).

7) Η λ. Κακοῦ στο εδάφιο 1Pe 3:10 αποτελεί παραπομπή από σχετικό εδάφιο Εβρ. Γραφ. (Ο΄ Psa 34:12-16).

8) Η λ. Κακά στο εδάφιο 1Pe 3:12 αποτελεί παραπομπή από σχετικό εδάφιο Εβρ. Γραφ. (Ο΄ Psa 34:12-16).

9) Η λ. Κακαί στο εδάφιο 1Co 15:33 περιλαμβάνεται σε μια φράση με «ύφος όχι ρητορικό» αλλά «με διαλεκτική απλότητα» με σύντομη αναφορά σ’ ένα ρητό ή παροιμία. Πρόκειται για ένα λογοτεχνικό χαρακτηριστικό της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας το οποίο περιλαμβάνεται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

ΕΒΔΟΜΗΚΟΝΤΑ (Ο'): Gen, 19:19, 24:50, 48:16, Deu 1:39, Psa 87:4, Pro 2:17, 6:11, 16:9.

1) α) ΑΓΓΛΙΚΕΣ ΛΕΞΕΙΣ ΜΕ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΙΖΑ: Kako - (Kakosmia, Kakogenic).

β) ΑΓΓΛΙΚΑ: Bad, Evil, Harm, Ill.

Κακός, ή, όν, bad, evil, ill; hurtful, pernicious; troublesome, disagreeable, perverse; vile, base; wicked, malignant; flagitious; poor, obscure, mean; inauspicious; unskilful; cowardly, timid, Il. ix, 319; Demosth. 1457, 3; misfortune; τὸ κακόν, evil, the evil principle; τί κακόν, what indignity? Dem. de Coron.; οἱ κακοί, the wicked; κακὰ καῶν, the extremity of evils; κακόν τινα δρᾷν, or ῥέζειν, to injure any one; κακὰ πράσσειν, to be unfortunate; compar. κακίων. Homer has κακώτερος, more timid, Il. xxii, 106; superl. κάκιστος.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Malus Et Malum, Saevus, cum mala.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Mauvais, Malade.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Male, Malvagità, Malato.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Mauvais, Malade.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Malo, Malvado, Enfermo.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Mau, Mal.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Slecht, Kwaad, Ziek.