Ευρετήριο

Κάλαμος



ΡΙΖΑ: < *ΚΟΛΑΜΟΣ < Ι.Ε. *KOL..MO- "καλάμι", πβ. λατ. CULMUS.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ:

1) Καλάμι, καλαμιά,

2) Κάλαμος, όργανο γραφής από καλάμι.

3) Ράβδος μέτρησης του μήκους από καλάμι.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Καλάμη 1Co 3:12.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Γραπτός Rom 2:15, Βιβλίον Apoc 1:11, Μεμβράνα 2Ti 4:13.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Δένδρον Mat 3:10, Luk 3:9.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ουσιαστικό β΄ κλίσης, αρσενικού γένους: Κάλαμος, -ου.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Κάλαμον: Αιτιατική ενικού.

2) Κάλαμος: Ονομαστική ενικού.

3) Καλάμου: Γενική ενικού.

4) Καλάμῳ: Δοτική ενικού.

ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΕΔΑΦΙΑ:

Apoc 21:15: «Καὶ ὁ λαλῶν μετ᾽ ἐμοῦ εἶχεν μέτρον κάλαμον χρυσοῦν, ἵνα μετρήσῃ τὴν πόλιν καὶ τοὺς πυλῶνας αὐτῆς καὶ τὸ τεῖχος αὐτῆς.»

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 21:15: Jek 40:3  Apoc 11:2

1) Η λ. Κάλαμον στο εδάφιο Mat 12:20 αποτελεί εκπλήρωση προφητείας (παραβ. Ο΄ Hsa 42:1- 4, 9).

ΕΒΔΟΜΗΚΟΝΤΑ (Ο'): Exo 30:23, Hsa 19;6, 35:7, 42:3, 2Ki 18:21, Job 40:21, Jek 40:3.

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Reed, Pen.

Κάλαμος, ου, , a reed of which musical pipes were made; a cane of which rods and pens were made; straw or stalk of corn; stubble; a pen; an angler’s rod, an arrow; a measuring rod; κάλαμος ὁ Ἰνδικός, bamboo-cane.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Arundo, Calamus.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Schilf.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Canna.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Roseau.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Caña.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Cana.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Riet.