Ευρετήριο

Κατήγορος



ΡΙΖΑ: < ΚΑΤΑ + -ΗΓΟΡΟΣ (βλ. ΕΙΔ. ΧΑΡΑΚΤΗΡ. ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ 1 και 2), α) βλ.λ. Κατά, β) -ΗΓΟΡΟΣ < ΑΓΟΡΑ (βλ.λ.).

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Το πρόσωπο που διατυπώνει κατηγορίες, που κατακρίνει, κατήγορος.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Κατά Mat 12:30, Κατηγορία Joh 18:29, Κατηγορῶ Luk 6:7.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Αἰτία Mat 27:37, Ἐγκαλῶ Act 23:28, Μέμφομαι Heb 8:8, Διαβάλλω Luk  16:1.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Ὕμνος Eph 5:19, Col 3:19, Ὑμνῶ Mat 26:30, Mar 14:26, Εὐδοκία Mat 1:26, Luk 2:14, Eph 1:5, 9.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ουσιαστικό β΄ κλίσης, αρσενικού γένους: Κατήγορος, -ου.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Κατήγοροι: Ονομαστική πληθυντικού.

2) Κατηγόροις: Δοτική πληθυντικού.

3) Κατηγόρους: Αιτιατική πληθυντικού.

1) Η σύνθετη αυτή λ. Κατήγορος (βλ. ΡΙΖΑ) αποτελεί (ως σύνθεση) ένα από τα γνωρίσματα της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας τα οποία περιλαμβάνονται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

2) Η λ. Κατήγορος ανήκει στην κατηγορία των συνθέτων λέξεων της Αρχαίας Ελληνικής γλώσσας με την προσθήκη πρόθεσης. Η σύνθεση αυτή δημιουργείται στα πλαίσια του Μεταρηματικού και του Μετονοματικού Συστήματος του Αρχαίου Ελληνικού γλωσσολογίου.

ΕΒΔΟΜΗΚΟΝΤΑ (Ο'): Pro 18:17.

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Accuser.

Κατήγορος, ου, ὁ, ἡ, an accuser, or ὁ κατηγορῶν, part. τόν μέν κατηγοροῦντα ἐμέ, Æschin. c. Ctes. Fr. ἀγορεύω.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Accusator.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Ankläger.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Accusatore.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Accusateur.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Acusador.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Acusador.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Aanklager.