Ευρετήριο

Κατοικέω, -ῶ



ΡΙΖΑ: < ΚΑΤΟΙΚΟΣ < ΚΑΤΑ + ΟΙΚΟΣ (βλ. ΕΙΔ. ΧΑΡΑΚΤΗΡ. ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ 1 και 4) (βλ.λ. Κατά και Οἶκος).

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Διαμένω σ' έναν τόπο, κατοικώ.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Κατά Mat 12:30, Οἰκῶ 1Ti 6:16, Οἴκημα Act 12:7, Ἐνοικῶ 2Co 6:16, Περιοικῶ Luk 1:65, Παροικία Act 13:17, Συνοικῶ 1Pe 3:7, Ἐγκατοικῶ 2Pe 2:8, Κατοικίζω Jac 4:5, Κατοικία Act 17:26, Κατοικητήριον Eph 2:22, Κατοίκησις Mar 5:3.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Μένω Joh 1:38, Σκηνῶ Apoc 12:12, 21:3, Κατασκηνῶ Mat 13:32, Κάθημαι Luk 21:35, Καθίζω Act 18:11, Μίσθωμα Act 28:30, Διαμένω Luk 1:22, 2Pe 3:4.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Ἀποδημῶ Mar 13:34, Luk 15:3, Ἀναχωρῶ Act 23:19, 26:31, Ἀγραυλῶ Luk 2:8.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ρήμα α΄ συζυγίας συνηρημένο σε -έω.

ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ:

Ενεστ. κατοικῶ, Πρτ. κατώκουν, Μέλ. κατοικήσω, Αόρ. κατώκησα, Πρκ. κατώκηκα, Υπερσ. κατωκήκειν.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΡΗΜΑΤΑ.

ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:

1) Κατοικῶ

Α) Αμετάβατο: κατοικώ (Luk 13:4 …Τοὺς κατοικοῦντας ἐν Ἱερουσαλήμ).

Β) Μεταβατικό

i) + αιτ.: κατοικώ κάτι (Mat 23:21 …Καὶ ἐν τῷ κατοικήσαντι αὐτὸν…).

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνικό Συντακτικό ΣΥΝΤΑΞΙΣ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Κατοικεῖ: γ΄ ενικό Οριστικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

2) Κατοικεῖν: Απαρέμφατο Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

3) Κατοικεῖς: β΄ ενικό Οριστικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

4) Κατοικεῖτε: β΄ πληθυντικό Οριστικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

5) Κατοικῆσαι: Απαρέμφατο Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

6) Κατοικήσας: Ονομαστική ενικού μετοχής αρσενικού γένους του Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

7) Κατοικούντων: Γενική πληθυντικού μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

8) Κατοικοῦντας: Αιτιατική πληθυντικού μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

9) Κατοικοῦντες: Ονομαστική πληθυντικού μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

10) Κατοικοῦντι: Δοτική ενικού μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

11) Κατοικοῦσιν: γ΄ πληθυντικό Οριστικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

12) Κατοικῶν: Ονομαστική ενικού μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

13) Κατώκησεν: γ΄ ενικό Οριστικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

ΠΑΡΑΛΛΗΛΕΣ ΣΥΜΦΡΑΖΟΜΕΝΕΣ ΕΚΦΡΑΣΕΙΣ:

Κατοικώ (παροικώ) με τον πονηρό

Ο Ψαλμός 5:4 λέγει: «Ο πονηρευόμενος δεν θέλει κατοικεί πλησίον σου.» Γιατί, λοιπόν, ο Ιεχωβά άφησε τον Σατανά να παραμείνει στον ουρανό επί χιλιετηρίδας και να εμφανίζεται μάλιστα κατά καιρούς στην παρουσία του;

Τα συμφραζόμενα αποκαλύπτουν ότι ο Σατανάς δεν «κατώκησε» με τον Ιεχωβά Θεό με την έννοια που αναφέρει ο ψαλμωδός Δαβίδ. Στον πέμπτο ψαλμό, ο Δαβίδ εξέφρασε εμπιστοσύνη στην ετοιμότητα του Ιεχωβά να εισακούσει την προσευχή του. Κατόπιν ο Δαβίδ, παρουσιάζοντας τον λόγον τούτου, τονίζει τη Θεία δικαιοσύνη, λέγοντας: «Διότι δεν είσαι συ Θεός θέλων την ασέβειαν. Ο πονηρευόμενος δεν θέλει κατοικεί πλησίον σου.» (Psa 5:3, 4)

Αυτή η «κατοίκησις» (παροίκησις) με τον Θεόν σημαίνει να είναι κανείς ένας επιδοκιμασμένος φιλοξενούμενος στον οίκον του ή στον άγιο ναό του. (Παράβαλε με Psa 15:1-5) Αυτό διασαφηνίζεται από τα περαιτέρω λόγια του Δαβίδ, ο οποίος, παραβάλλοντας τη δική του θέση με τους ασεβείς, οι οποίοι δεν επιτρέπεται να «συγκατοικούν» με τον Ιεχωβά, λέγει: «Αλλ’ εγώ, δια του πλήθους του ελέους σου, θέλω εισέλθει εις τον οίκον σου, θέλω προσκυνήσει προς τον ναόν της αγιότητός σου μετά φόβου σου.» (Psa 5:7).

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 2:13: Mar 13:9  Apoc 2:3  Luk 12:8  Joh 14:1  1Jo 2:23  Act 1:8  Mat 24:9

Apoc 3:10: Hsa 60:14  Luk 8:15  Luk 21:19  2Ti 2:12  Heb 10:36  Heb 12:3  2Th 3:3  2Pe 2:9  Mat 24:21

Apoc 6:10: Act 4:24  1Jo 5:20  Luk 18:7  Heb 12:23  Apoc 19:2  Ge 4:10  Deu 32:43

Apoc 8:13: Job 39:29  Deu 4:11  Apoc 14:6  Apoc 19:17  Apoc 9:12  Apoc 11:14  Apoc 8:2

Apoc 11:10: Psa 35:15  Pro 24:17  Luk 23:12

Apoc 12:14: Exo 19:4  Hsa 40:31  Psa 55:7  Mat 4:4  Luk 12:42  Apoc 11:3  Apoc 12:6  Ge 3:1  2Co 11:3

Apoc 13:8: Dan 12:1  Apoc 3:5  Apoc 21:27  Hsa 53:7  Mat 27:50  Apoc 5:6  Apoc 5:12  Eph 1:4  1Pe 1:20

Apoc 17:2: Hsa 47:5  Jas 4:4  Apoc 18:9  Jer 51:7  Apoc 14:8  Apoc 18:3

Apoc 17:8: Apoc 13:17  Apoc 20:1  Exo 32:32  Psa 69:28  Phl 4:3  Apoc 13:8

1) Η σύνθετη αυτή λ. Κατοικῶ (βλ. ΡΙΖΑ) αποτελεί (ως σύνθεση) ένα από τα γνωρίσματα της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας τα οποία περιλαμβάνονται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

2) Η λ. Κατώκησεν στο εδάφιο Mat 2:23 αποτελεί εκπλήρωση προφητείας (παραβ. Ο΄ Hsa 11:1).

3) Η λ. Κατοικῶν στο εδάφιο Act 1:20 αποτελεί εκπλήρωση προφητείας (παραβ. Ο΄ Psa 69:25).

4) Η λ. Κατοικῶ ανήκει στην κατηγορία των συνθέτων λέξεων της Αρχαίας Ελληνικής γλώσσας με την προσθήκη πρόθεσης. Η σύνθεση αυτή δημιουργείται στα πλαίσια του Μεταρηματικού και του Μετονοματικού Συστήματος του Αρχαίου Ελληνικού γλωσσολογίου.

ΕΒΔΟΜΗΚΟΝΤΑ (Ο'): Gen 9:27, 11:2,31, 12:16, 13:6.

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Dwell, Dweller, Live.

Κατοικέω, , f. ήσω, to inhabit, dwell in, live in, Thucyd. v, 93; to reside in; 1. a. κατῴκησα, 1. a. inf. act. κατοικῆσαι, with the accus., or followed by ἐν, ἐπί· κατοικοῦμαι, to be inhabited, to be fixed in a habitation or place; τάς ἐν τοῖς πεδίοις πόλεις κατοικούσας, the cities situated in the plains, Plat. Legg. iii, 677, C; οἱ κατοικοῦντες, the inhabitants, Xen. Œcon. iv, 8.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Habitare, Inhabitare, Cohabitare, Morari.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Leben, Wohnen.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Vivere, Abitare.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Vivre, Habiter.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Vivir, Medita.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Viver, Debruçar.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Wonen, Blijf Stilstaan.