Ευρετήριο

Καῦμα



Ρίζα: < *ΚΑF-ΜΑ < ΚΑΙΩ (<*ΚΑF-JΩ),(βλ.λ.).

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Η υψηλή θερμοκρασία, καύμα, η υπερβολική ζέστη.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Καίω Mat 5:15, Καύσων Mat 20:12, Καυματίζω Mat 13:6, Καῦσις Heb 6:8, Καύσω 2Pe 3:10,12, Καυτηριάζομαι 1Ti 4:2, Κατακαίω Mat 3:12.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Πῦρ Mat 3:12, Πυρῶ 2Co 11:29, Πυρέσσω Mat 8:14, Πύρινος Apoc 9:17, Ἐμπίμπρημι Mat 2:7, Θέρος Mat 24:32, Mar 13:28, Luk 21:30, Θέρμη Act 28:3, Ὑποφέρω 1Co 10:13.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Ἀνάψυξις Act 3:20, Ἀναψύχω 2Ti 1:16.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ουσιαστικό γ΄ κλίσης, ουδετέρου γένους: Καῦμα, -ατος.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Καῦμα: Ονομαστική ή αιτιατική ενικού.

ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΕΔΑΦΙΑ:

Apoc 7:16: «οὐ πεινάσουσιν ἔτι οὐδὲ διψήσουσιν ἔτι οὐδὲ μὴ πέσῃ ἐπ᾽ αὐτοὺς ὁ ἥλιος οὐδὲ πᾶν καῦμα»

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 7:16: Psa 121:6  Hsa 49:10

1) Η λ. Καῦμα στο εδάφιο Apoc 7:16 αποτελεί παραπομπή από σχετικό εδάφιο Εβρ. Γραφ. (Ο΄ Hsa 49:10).

1) α) ΑΓΓΛΙΚΕΣ ΛΕΞΕΙΣ ΜΕ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΙΖΑ: Kaum-(Kaumographer).

β) ΑΓΓΛΙΚΑ: Heat, Burning, Flame Of Love.

Καῦμα, ατος, τό, heat, the heat of the sun, Xen. Anab. i, 7, 6; burning; the flame of love, Theocr. Adon. Id. xxx; a freezing or nipping by the cold, Lucian 517. Fr. καίω.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Ardore Et Æstu, Ardore Caritatis Flamma.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Hitze, Brennen, Flamme Der Liebe.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Calore, Bruciore, Fiamma Dell'amore.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: La Chaleur, La Combustion, La Flamme De L'amour.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: El Calor, La Quema, La Llama Del Amor.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Calor, Ardor, Chama Do Amor.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Warmte, Branden, Vlam Van De Liefde.