Ευρετήριο

Καυματίζω



ΡΙΖΑ: < ΚΑΥΜΑ (ΚΑΥΜΑΤ-ΟΣ) + ρημ. κατάλ. -ΙΖΩ < ΚΑΙΩ (<*ΚΑF-JΩ) (βλ.λ. Καίω).

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Καταξηραίνω, κατακαίω.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Καύσων Mat 20:12, Καῦσις Heb 6:8, Καυτηριάζομαι 1Ti 4:2, Ολοκαύτωμα Mar 12:33, Καίω Joh 15:6, Ἐκκαίω Rom 1:27, Κατακαίω Mat 3:12.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Πῦρ Mat 3:12, Πύρωσις 1Pe 4:12, Πυρῶ 2Co 11:29, Πυρέσσω Mat 8:14, Πύρινος Apoc 9:17, Ἐμπίπρημι Mat 2:7, Θέρος Mat 24:32, Θέρμη Act 28:3, Ὑποφέρω 1Co 10:13.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Ἀναψυχῶ 2Ti 1:16, Ἀνάψυξις Act 3:20.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ρήμα α΄ συζυγίας, βαρύτονο.

ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ:

Ενεστ. καυματίζω, Πρτ. ἐκαυμάτιζον, Μέλ. καυματίσω, Αόρ. ἐκαυμάτισα.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΡΗΜΑΤΑ.

ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:

1) Καυματίζω

Α) Μεταβατικό

i) + αιτ.: καίω κάποιον (Apoc 16:8 …Καὶ ἐδόθη αὐτῷ καυματῖσαι ἐν πυρί τοὺς ἀνθρώπους).

2) Καυματίζομαι

Α) Αμετάβατο: καίομαι (Mat 13:6 ...Ἡλίου δὲ ἀνατείλαντος ἐκαυματίσθη…).

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνικό Συντακτικό ΣΥΝΤΑΞΙΣ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Ἐκαυματίσθη: γ΄ ενικό Οριστικής Αορίστου α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

2) Ἐκαυματίσθησαν: γ΄ πληθυντικό Οριστικής Αορίστου α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

3) Καυματῖσαι: Απαρέμφατο Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΕΔΑΦΙΑ:

Apoc 16:8: «Καὶ ὁ τέταρτος ἐξέχεεν τὴν φιάλην αὐτοῦ ἐπὶ τὸν ἥλιον, καὶ ἐδόθη αὐτῷ καυματίσαι τοὺς ἀνθρώπους ἐν πυρί.»

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 16:8: Hsa 49:10

1) Η λ. Καυματίζω αποτελεί Ελληνισμό (δηλ. ιδιοτυπία της Ελληνικής γλώσσας) και αντιστοιχεί στο λεξιλόγιο της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας το οποίο περιλαμβάνεται στο πρωτότυπο κείμενο των Χριστιανικών Ελληνικών Γραφών (Καινή Διαθήκη).

2) Η λ. Ἐκαυματίσθη στο εδάφιο Mat 13:6 μεταφέρει μια εικόνα ατμόσφαιρας η οποία περιλαμβάνεται σε μια αναφορά που έχει η επίδραση της φύσης στο θέμα αυτό, στο οποίο προδίδει το αίσθημα της εξαιρετικής εκτίμησης που είχαν στη φύση οι θεόπνευστοι συγγραφείς των Χριστιανικών Ελληνικών Γραφών (Καινή Διαθήκη). Ως περιγραφή αποτελεί λογοτεχνικό χαρακτηριστικό της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας το οποίο περιλαμβάνεται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

3) Η λ. Καυματίζω αυτή καθ' αυτή της "Κοινής" Ελλην. Γλώσσας χρησιμοποιείται σπάνια στο κείμενο των Χριστιαν. Ελλην. Γραφών (Καινή Διαθήκη).

4) Kαυματίζω: μέλλ. –ίσω, κατακαίω, καταξηραίνω, Apoc 16:8. Παθ. κατακαίομαι, Mat 13:6.

5) Καυματίζω: μέλλ. –ίσω, κατακαίω, καταξηραίνω, Apoc 16:8.–Παθ., κατακαίομαι, Mat 13:6.

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Scorch, Parch, Burns.

Καυματίζω, f. ίσω, to scorch, dry up; to torture by fire, N. T. Fr. καῦμα.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Torrefacere, PRAEURO, Siti, Calet.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Versengen, Geröstete, Rösten, Verbrennungen.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Scottatura, Tostato, Parch, Ustioni.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Brûlure, Grillé, Parchemin, Saisir.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Quemadura, Tostado, Pärch, Quemaduras, Sear.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Queimar, Torrado, Parch, Queimaduras.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Verschroeien, Geroosterd, Versmachten, Brandwonden.