Ευρετήριο

Κλέπτης



ΡΙΖΑ: < ΚΛΕΠΤΩ (βλ.λ.).

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Κλέφτης, αυτός που διαπράττει κλοπή, που οικειοποιείται παράνομα ξένο περιουσιακό στοιχείο ή αγαθό.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Κλέπτω Mat 6:19, Κλοπή Mat 15:19, Κλέμμα Apoc 9:21.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Ληστής Mat 21:13, Ἁρπάζω Joh 10:12, Διορύσσω Mat 6:19.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Δώρημα Jac 1:17, Δωρεά 2 Co 9:15.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ουσιαστικό α΄ κλίσης, αρσενικού γένους: Κλέπτης, -ου.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Κλέπται: Ονομαστικλή πληθυντικού.

2) Κλέπτης: Ονομαστική ενικού.

ΕΞΕΙΚΟΝΙΣΤΙΚΗ ΛΕΚΤΙΚΗ ΦΡΑΣΕΟΛΟΓΙΑ:

Apoc 3:3, 16:15: «ον μ γρηγορσς, ξω ς κλπτης, κα ο μ γνς ποαν ραν ξω π μνημνευε ον πς εληφας κα κουσας κα τρει κα μετανησον. ἐὰν σ.», «δο ρχομαι ς κλπτης. μακριος γρηγορν κα τηρν τ μτια ατο, να μ γυμνς περιπατ κα βλπωσιν τν σχημοσνην ατο

Η λ. στο εδάφιο Apoc 3:3 χρησιμοποιείται κυριολεκτικά μόνο ως προς την μέθοδο που χρησιμοποιούσαν ανέκαθεν οι κλέφτες: έμπαιναν αθόρυβα από ένα παράθυρο ή μικρό χώρο τη νύχτα (παραβ. Mat 24:43, Luk 12:39, Joh 10:10, 1Th 5:2-5, 2Pe 3:10, Apoc 3:3, 16:15) και σε ώρα που δεν μπορούσαν να γίνουν αντιληπτοί λόγω του ύπνου του κατοίκου του σπιτιού ή του χώρου αλλά και του φύλακα (αν υπήρχε).

Η χρησιμοποίηση της λ. σε συνδυασμό με τη μέθοδο που ακολουθεί ένας κλέφτης, αναφέρεται σχετικά με την αγρύπνια και εγρήγορση που πρέπει να έχει και να βρίσκεται κάποιος ενόψει της έλευσης ενός σπουδαίου και συγκλονιστικού γεγονότος, το οποίο θα τον επηρεάσει σημαντικά και αποφασιστικά.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 3:3: Apoc 16:15

Apoc 16:15: 1Th 5:2  2Pe 3:10

1) Η λ. Κλέπτης χρησιμοποιείται σπάνια στο πρωτότυπο κείμενο των Χριστιανικών Ελληνικών Γραφών (Καινή Διαθήκη).

ΕΒΔΟΜΗΚΟΝΤΑ (Ο'): Exo 22:1, Deu 24:7, Hsa 1:23, Jer 2:26.

1) α) ΑΓΓΛΙΚΕΣ ΛΕΞΕΙΣ ΜΕ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΙΖΑ: Klepht, Kleft.

β) ΑΓΓΛΙΚΑ: Thief.

Κλέπτης, ου, , a thief; one who does any thing secretly; a fraudulent, deceitful person, Soph. Aj. 1114; expert in deceiving, Xen. Mem. iii, 1, 6. Fr. κλέπτω.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Fur.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Dieb.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Ladro.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Voleur.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Ladrón.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Ladrão.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Dief.