Ευρετήριο

Κοινός



ΡΙΖΑ: < *ΚΟΝ-JΟΣ < *ΚΟΜ-JΟΣ < Ι.Ε. επίρρ. *KOM- "μαζί", πβ. λατ. CUM.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ:

1) Κοινός, αυτός που ανήκει σε πολλούς.

2) Ευτελής, μηδαμινός, συνηθισμένος.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Κοινῶ Act 10:15, Κοινώνω Rom 12:13.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Δημόσιος Act 5:18, Ἕτερος Mat 6:24, Luk 9:29, 16:13.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Ἰδιώτης 1Co 14:16, 23.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Επίθετο β΄ κλίσης, τρικατάληκτο σε: -ος, -η, -ον.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΕΠΙΘΕΤΑ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΕΠΙΘΕΤΟΥ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Κοινά: Αιτιατική πληθυντικού ουδετέρου γένους.

2) Κοιναῖς: Δοτική πληθυντικού θηλυκού γένους.

3) Κοινήν: Αιτιατική ενικού θηλυκού γένους.

4) Κοινῆς: Γενική ενικού θηλυκού γένους.

5) Κοινόν: Ονομαστική ή αιτιατική ενικού ουδετέρου γένους.

ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΕΔΑΦΙΑ:

Apoc 21:27: «καὶ οὐ μὴ εἰσέλθῃ εἰς αὐτὴν πᾶν κοινὸν καὶ [ὁ] ποιῶν βδέλυγμα καὶ ψεῦδος εἰ μὴ οἱ γεγραμμένοι ἐν τῷ βιβλίῳ τῆς ζωῆς τοῦ ἀρνίου.»

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 21:27: 1Co 6:9  Gal 5:21

1) Στην Καινή Διαθήκη ἐπὶ απαγορευμένων βρωμάτων, κ.λπ., κοινός, ἀνόσιος, ἀκάθαρτος, βέβηλος, Mar 7:2, Act 10:14, Rom 14:14· παραβ. κοινόω.

ΕΒΔΟΜΗΚΟΝΤΑ (Ο'): Pro 1:14, 15:23, 21:9, 25:24.

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Common, Public, Defiled, Unclean, Unholy.

Κοινός, ή, όν, common, public; alike, general; low, vulgar, mean; impure, inclean, polluted; also, popular, affable, civil, courteous; ὅτι κοινός καί φιλάνθρωπος καί τοῖς δεομένοις ἐπαρκῶν, accessible to all, humane and disposed to relieve those in want, Demosth. 315, ult.; equitable, impartial, just; ἡ κοινή φύσις, the social nature; κοινή τύχη, a common fate; ἐν τῷ κοινῷ, in the public treasury, Thucyd. vi, 6; κοινόν ἐστι, it is usual; hence, τό κοινόν, or τά κοινά, the commonweal, the public welfare; with Herodt. i, 156, the council or body of magistrates; the constitution of any state, thucyd. iii, 68; ἐλθόντες οἱ νόμοι καί τό κοινόν τῆς πόλεως, the laws and commonwealth coming, Plat. Crit. 11; τό κοινόν ἀγαθόν, the public good, the commonwealth; ἴσον καί κοινόν, impartial and unbiassed, Dem. de Coron.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Communis, Publicum, Coinquinare, Inquinare, Commune Dicere, Communicare, Violare.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Gemeinsame, Öffentliche.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Comune, Pubblico.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Commune, Publique.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Común, Pública.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Comum, Público.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Gemeenschappelijke, Openbare.