Ευρετήριο

Κρύσταλλος



ΡΙΖΑ: < ΚΡΥΣ-Τ-ΑΛΛΟΣ (με παρέκταση -Τ- και αναδιπλασιασμένο επίθημα -ΑΛΛΟΣ) < ΚΡΥΟΣ. Αρχικά η λ. Κρύσταλλος πρέπει να σήμαινε τον "διαυγή πάγο".

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Καθαρός πάγος, πάγος, κρύσταλλος.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Κρυσταλλίζω Apoc 21:11.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Ψυχῶ Mat 24:12, Ψῦχος 2Co 11:27, Διαυγής Apoc 21:21, Ὕαλος Apoc 21:18, Ὑάλινος Apoc 4:6, 15:2, Καθαρός Tit 1:15, Ἀμίαντος Jac 1:27, Λαμπρός Apoc 22:1, Τηλαυγῶς Mar 8:25, Ἁγνός 2Co 7:11.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Μιαίνω Tit 1:15, Μίασμα 2Pe 2:20, Μιασμός 2Pe 2:10, Μολύνω Apoc 3:4.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ουσιαστικό β΄ κλίσης, αρσενικού γένους: Κρύσταλλος, -ου.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Κρυστάλλῳ: Δοτική ενικού.

2) Κρύσταλλον: Αιτιατική ενικού.

ΛΕΞΙΚΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ:

Apoc 4:6: «κα νπιον το θρνου ς θλασσα αλνη μοα κρυστλλ. Κα ν μσ το θρνου κα κκλ το θρνου τσσαρα ζα γμοντα φθαλμν μπροσθεν κα πισθεν.»

Apoc 5:8: «Κα τε λαβεν τ βιβλον, τ τσσαρα ζα κα ο εκοσι τσσαρες πρεσβτεροι πεσαν νπιον το ρνου χοντες καστος κιθραν κα φιλας χρυσς γεμοσας θυμιαμτων, α εσιν α προσευχα τν γων»

Apoc 18:11-13: «Κα ο μποροι τς γς κλαουσιν κα πενθοσιν π ατν, τι τν γμον ατν οδες γορζει οκτι γμον χρυσο κα ργρου κα λθου τιμου κα μαργαριτν κα βυσσνου κα πορφρας κα σιρικο κα κοκκνου, κα πν ξλον θϊνον κα πν σκεος λεφντινον κα πν σκεος κ ξλου τιμιωττου κα χαλκο κα σιδρου κα μαρμρου, κα κιννμωμον κα μωμον κα θυμιματα κα μρον κα λβανον κα ονον κα λαιον κα σεμδαλιν κα στον κα κτνη κα πρβατα, κα ππων κα εδν κα σωμτων, κα ψυχς νθρπων.»

Όλα τα πολύτιμα πράγματα και αντικείμενα, κατά τους ιστορικούς της εποχής, ήταν είδη πολυτελείας, τα οποία πωλούσαν οι έμποροι σε πολύ υψηλές τιμές, όπως π.χ. τα μαργαριτάρια και η πορφύρα (παραβ. Mat 13:46). Πελάτες στους εμπρόρους ειδών πολυτελείας ήταν οι ηγεμόνες, οι εξέχοντες πολίτες και τα επιφανή πρόσωπα. Γνωστή «πορφυροπῶλις» ήταν η Λυδία από τα Θυάτειρα που έμενε στους Φιλίππους (Act 16:14,40).

Σχετικά με όλα αυτά, ο θεόπνευστος Λόγος του Θεού αναφέρει: «Ὡσαύτως [καὶ] γυναῖκας ἐν καταστολῇ κοσμίῳ μετὰ αἰδοῦς καὶ σωφροσύνης κοσμεῖν ἑαυτάς, μὴ ἐν πλέγμασιν καὶ χρυσίῳ ἢ μαργαρίταις ἢ ἱματισμῷ πολυτελεῖ» (1Ti 2:9).

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 4:6: Exo 30:18  1Ki 7:23  Jek 1:5  Apoc 4:9

Apoc 22:1: Jek 47:1  Joh 1:29

1) Η λ. Κρύσταλλον χρησιμοποιείται σπάνια στο πρωτότυπο κείμενο των Χριστιανικών Ελληνικών Γραφών (Καινή Διαθήκη).

ΕΒΔΟΜΗΚΟΝΤΑ (Ο'): Num 11:7, Hsa 54:12, Jek 1:22, Hsa 147:6.

1) ΑΓΓΛΙΚΕΣ ΛΕΞΕΙΣ ΜΕ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΙΖΑ: Crystal.

Κρύσταλλος, ου, ὁ, clear ice; ἡ θάλασσα πήγνυται καί ἐπί τοῦ κρυστάλλου στρατεύονται, Herodt. iv, 28; Thucyd. iii, 23; ἤ ἐξ ὕδατος κρυστάλλῳ, Il. xxii, 152; ὁ and ἡ, crystal; glass. Fr. κρύος.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Crystallus.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Kristall.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Cristallo.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Cristal.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Cristal.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Cristal.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Kristal.