Ευρετήριο

Κτῆνος



ΡΙΖΑ: < ΚΤΩΜΑΙ (βλ.λ.).

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Ζώο που βρίσκεται στην κατοχή του ανθρώπου, που είναι απόκτημά του.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Κτῶμαι Luk 18:12, Κτήτωρ Act 4:14.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Ζῶον Heb 13:11, Θηρίον Act 28:4, ΤετράπουςΣ Act 10:12, Ἄλογον 2Pe 2:12, Jud 10.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Κύριος Mat 10:24,25, Κτίσμα 1Ti 4:4.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ουσιαστικό γ΄ κλίσης, ουδετέρου γένους: Κτῆνος, -ους.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Κτῆνος: Αιτιατική ενικού.

2) Κτήνη: Ονομαστική ή αιτιατική πληθυντικού.

3) Κτηνῶν: Γενική πληθυντικού.

ΛΕΞΙΚΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ:

Apoc 4:6: «κα νπιον το θρνου ς θλασσα αλνη μοα κρυστλλ. Κα ν μσ το θρνου κα κκλ το θρνου τσσαρα ζα γμοντα φθαλμν μπροσθεν κα πισθεν.»

Apoc 5:8: «Κα τε λαβεν τ βιβλον, τ τσσαρα ζα κα ο εκοσι τσσαρες πρεσβτεροι πεσαν νπιον το ρνου χοντες καστος κιθραν κα φιλας χρυσς γεμοσας θυμιαμτων, α εσιν α προσευχα τν γων»

Apoc 18:11-13: «Κα ο μποροι τς γς κλαουσιν κα πενθοσιν π ατν, τι τν γμον ατν οδες γορζει οκτι γμον χρυσο κα ργρου κα λθου τιμου κα μαργαριτν κα βυσσνου κα πορφρας κα σιρικο κα κοκκνου, κα πν ξλον θϊνον κα πν σκεος λεφντινον κα πν σκεος κ ξλου τιμιωττου κα χαλκο κα σιδρου κα μαρμρου, κα κιννμωμον κα μωμον κα θυμιματα κα μρον κα λβανον κα ονον κα λαιον κα σεμδαλιν κα στον κα κτνη κα πρβατα, κα ππων κα εδν κα σωμτων, κα ψυχς νθρπων.»

Όλα τα πολύτιμα πράγματα και αντικείμενα, κατά τους ιστορικούς της εποχής, ήταν είδη πολυτελείας, τα οποία πωλούσαν οι έμποροι σε πολύ υψηλές τιμές, όπως π.χ. τα μαργαριτάρια και η πορφύρα (παραβ. Mat 13:46). Πελάτες στους εμπρόρους ειδών πολυτελείας ήταν οι ηγεμόνες, οι εξέχοντες πολίτες και τα επιφανή πρόσωπα. Γνωστή «πορφυροπῶλις» ήταν η Λυδία από τα Θυάτειρα που έμενε στους Φιλίππους (Act 16:14,40).

Σχετικά με όλα αυτά, ο θεόπνευστος Λόγος του Θεού αναφέρει: «Ὡσαύτως [καὶ] γυναῖκας ἐν καταστολῇ κοσμίῳ μετὰ αἰδοῦς καὶ σωφροσύνης κοσμεῖν ἑαυτάς, μὴ ἐν πλέγμασιν καὶ χρυσίῳ ἢ μαργαρίταις ἢ ἱματισμῷ πολυτελεῖ» (1Ti 2:9).

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 18:13: Jek 27:13

ΕΒΔΟΜΗΚΟΝΤΑ (Ο'): Gen 1:25,26,28, 2:20, 3:14, Exo 11:5.

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Beast, Cattle.

Κτῆνος, εος, τό, cattle; a beast of burden; rarely in sing. a single beast, Herodt. ii, 39; draught oxen; property of every kind, but chiefly of cattle, Xen. Anab. iv, 7, 1. Fr. κτάομαι.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Iumentum, Bestia.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Tier.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Bestia.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Bête.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Bestia.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Besta.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Beest.