Ευρετήριο

Κυβερνήτης



ΡΙΖΑ: < ΚΥΒΕΡΝΩ < *ΚΥΜΕΡΝΩ, αγνώστου ετύμου.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ:

1) Κυβερνήτης πλοίου.

2) Ανθρώπινη κυβερνητική εξουσία που εξουσιάζει, καθοδηγεί και κατευθύνει το σύνολο των ανθρώπων σε μια χώρα ή περιοχή.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Κυβέρνησις 1Co 12:28.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Ἡγεμονεύω Luk 2:2, Ἡγεμών Mar 13:9, 1Pe 2:14, Ἡγοῦμαι Mat 2:6, Ἡγεμονία Luk 3:1, Οἰκονόμος Gal 4:2, Βασιλεύς Mat 11:8, 17:25, Ἄρχων Mat 20:25, Joh 12:31, 1Co 13:3, Ἐθνάρχης 2Co 11:32, Κελεύω Mat 14:9, Εὐθυνῶ Jac 3:4.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Διάκονος 1Co 13:4, Λειτουργός 1Co 13:6, Ὑποτάσσομαι 1Co 13:1, Ὑπηρέτης Joh 18:36, Δοῦλος Joh 13:16.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ουσιαστικό α΄ κλίσης, αρσενικού γένους: Κυβερνήτης, -ου.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Κυβερνήτῃ: Δοτική ενικού.

2) Κυβερνήτης: Ονομαστική ενικού.

ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΕΔΑΦΙΑ:

Apoc 18:17: «ὅτι μιᾷ ὥρᾳ ἠρημώθη ὁ τοσοῦτος πλοῦτος. Καὶ πᾶς κυβερνήτης καὶ πᾶς ὁ ἐπὶ τόπον πλέων καὶ ναῦται καὶ ὅσοι τὴν θάλασσαν ἐργάζονται, ἀπὸ μακρόθεν ἔστησαν»

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 18:17: Pro 11:4  Hsa 23:14  Jek 27:27

1) Η λ. Κυβερνήτης Act 27:11 μεταφέρει μια εικόνα πλοίου η οποία περιλαμβάνεται σε μια αναφορά που έχει η επίδραση της φύσης στο θέμα αυτό, στο οποίο προδίδει το αίσθημα της εξαιρετικής εκτίμησης που είχαν στη φύση οι θεόπνευστοι συγγραφείς των Χριστιανικών Ελληνικών Γραφών (Καινή Διαθήκη). Ως περιγραφή αποτελεί λογοτεχνικό χαρακτηριστικό της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας το οποίο περιλαμβάνεται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

2) Η λ. Κυβερνήτης χρησιμοποιείται σπάνια στο πρωτότυπο κείμενο των Χριστιανικών Ελληνικών Γραφών (Καινή Διαθήκη).

ΕΒΔΟΜΗΚΟΝΤΑ (Ο'): Pro 23:34, Jek 27:8,27,28.

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Governor, Master, Pilot.

Κυβερνήτης, ου, , a pilot or steersman; a director, guide, ruler. Fr. κυβερνάω.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Praefectus, Gubernator.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Gouverneur, Das Pilot.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Governatore, Il Pilota.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Gouverneur, Le Pilote.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Gobernador, El Piloto.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Governador, O Piloto.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Gouverneur, De Piloot.