Ευρετήριο

Οἶδα



ΡΙΖΑ: ΙΝΔ/Ε: WEID (βλέπω, γνωρίζω), FΟΙΔ-Α, ΕΙΔΩ (βλέπω, παρατηρώ) παρακ. ΟΙΔΑ.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Γνωρίζω, ξέρω.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Σύνοιδα Act 12:12.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Γινώσκω Mat 16:3, Διαγινώσκω Act 24:42, Ἐπιγινώσκω Col 1:6, Προγινώσκω 1Pe 1:20, Ἐπίσταμαι Act 19:15,25, Γνωρίζω Phl 1:22, Γνῶσις Luk 11:52, Ἐπίγνωσις Rom 1:28, Ἀναγνωρίζω Act 7:13, Ἀγνοῶ Mar 9:32, Act 17:23, Ἀγνωσία 1Co 15:34.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Ἀγνοῶ Mar 9:32, Act 13:27, 17:23, Οὐ γινώσκω Luk 2:43, 10:22, 24:18.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ρήμα ανώμαλο.

ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ:

Ενεστ. οἶδα, Πρτ. ἤδειν, Μελ. εἰδήσω και εἴσομαι, Αόρ. β΄ ἔγνων (βλ. γιγνώσκω), Πρκ. (με σημ. ενστ.) εἴδω.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΡΗΜΑΤΑ.

ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:

1) Οἶδα

Α) Μεταβατικό

i) + αιτ.: γνωρίζω-ξέρω κάτι ή κάποιον, μαθαίνω κάτι, κατανοώ κάτι.

ii) + ειδ.απαρ.: γνωρίζω-ξέρω ότι…, κατανοώ ότι…..

iii) + ειδ.πρ.: βλ. (1Αii)

iv) + ερωτ.πρ.: βλ. (1Αi).

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνικό Συντακτικό ΣΥΝΤΑΞΙΣ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Εἰδέναι: Απαρέμφατο Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

2) Εἰδῆτε: β΄ πληθυντικό Υποτακτικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

3) Εἴδοσιν: Δοτική πληθυντικού μετοχής αρσενικού γένους Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

4) Εἰδότα: Αιτιατική ενικού μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

5) Εἰδότας: Αιτιατική πληθυντικού μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

6) Εἰδότες: Ονομαστική πληθυντικού μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

7) Εἰδυῖα: Ονομαστική ενικού μετοχής θηλυκού γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

8) Εἴδω: α΄ ενικό Υποτακτικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

9) Ἤδειν: α΄ ενικό Οριστικής Παρατατικού Ενεργητικής Φωνής.

10) Ἤδεισαν: γ΄ πληθυντικό Οριστικής Παρατατικού Ενεργητικής Φωνής.

11) Ἠδεῖτε: β΄ πληθυντικό Οριστικής Παρατατικού Ενεργητικής Φωνής.

12) Ἴσασιν: γ΄ πληθυντικό Οριστικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

13) Ἴστε: β΄ πληθυντικό Οριστικής ή Προστακτικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

14) Οἶδα: α΄ ενικό Οριστικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

15) Οἴδαμεν: α΄ πληθυντικό Οριστικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

16) Οἶδας: β΄ ενικό Οριστικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

17) Οἴδασιν: γ΄ πληθυντικό Οριστικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΥΣΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ:

Οἶδα, Αἰολ. ὄϊδα Ἀλκαῖ. 141, ἴδε ἐν λ. *εἴδω Β. — ἴδε Κόντου Φιλολ. Ποικίλα ἐν Ἀθηνᾶς τ. Α΄, σ. 117.

*εἴδω (ἀείποτε μετὰ τοῦ δίγαμμα παρ’ Ὁμ.), Λατ. video, βλέπω. Δὲν ὑπάρχει δὲ ἐκ τοῦ τύπου τούτου εὔχρηστος ἐνεργ. ἐνεστώς, δι’ ὃ ἀντ’ αὐτοῦ κεῖται τὸ ὁρῶ, ἀλλ’ ἐνεστὼς μέσος ἀπαντᾷ· ἴδε κατωτ. Α.

ΙΙ. Ὁ ἀόρ. β΄ εἶδον ἀείποτε διατηρεῖ τὴν κυρίαν σημασίαν τοῦ ὁρᾶν (καὶ οὕτως ἐν τῷ ἐνεστ. καὶ μέσ. ἀορ. α΄, ὁρᾶσθαι, ἤτοι φαίνεσθαι)· ἐνῷ ὁ πρκμ. οἶδα ἀείποτε σημαίνει γνωρίζω, εἰξεύρω, καὶ ἔχει σημασίαν ἐνεστῶτος.

– Περὶ τῆς διαφορᾶς τοῦ εἰδέναι καὶ ἐγνωκέναι ἴδε γιγνώσκω ἐν τέλει. (Ἐκ τῆς √ϜΙΔ παράγονται ὡσαύτως τὰ ἑξῆς: εἶδ-ον, (Ἐπ. ἔϜιδον), εἴδ-ομαι, οἶδ-α, εἶδ-ος, ἀΐδ-ης, ἵστ-ωρ, ἴδ-ρις, Βιδ-ιαῖοι· πρβλ. Σανσκρ. vid, véd-mi, πρκμ. vêd-a (οἶδα), vind-âmi (εὑρίσκειν), Vêd-as· Λατ. vid-eo, vis-us· Γοτθ. vait (οἶδα), vit-an (τηρεῖν), Παλαιο-Σκανδιν. vit-a, Ἀγγλο-Σαξον. wît-an (Ἀγγλ. to wit, wot)· Παλ. Ὑψηλ. Γερμ. viz-an (Γερμ. wissen), κτλ.) Α. ἀόρ. β΄ εἶδον (ὅστις χρησιμεύει ὡς ἀόρ. τοῦ ὁράω), Ἐπ. ἄνευ αὐξήσεως ἴδον, Ἰων. ἴδεσκε Ἰλ. Γ. 217· προστακτ. ἴδε (συχν. γραφόμενον ὡς ἐπίρρ. ἰδέ, ecce), ἴδετε· ὑποτακτ. ἴδω, Ἐπ. ὡσαύτως ἴδωμι Ἰλ. Σ. 63· εὐκτ. ἴδοιμι· ἀπαρ. ἰδεῖν καὶ Ἐπ. ἰδέειν· μετοχ. ἰδών: – Ἐντεῦθεν σχηματίζεται μέλλων ἰδησῶ Θεόκρ. Γ. 37.

– Παρὰ ποιηταῖς ὡς καὶ παρ’ Ἴωσι καὶ τοῖς μεταγεν. πεζογράφοις ὁ β΄ μέσος ἀόριστος κεῖται ἀκριβῶς ἐπὶ τῆς αὐτῆς σημασίας (οὕτως ἐν συνθέτοις, ἔτι καὶ παρὰ τοῖς Ἀττικ. πεζογράφοις, ἴδε ἐπ-, προ-, ὑπ-ειδόμην), Ἐπ. ἰδόμην· προστακτ. ἰδοῦ (συχν. γραφόμενον ὡς ἐπίρρ. ἰδού, ecce)· ὑποτακτ. ἴδωμαι· εὐκτ. ἰδοίμην· ἀπαρ. ἰδέσθαι· μετοχ. ἰδόμενος Ἡρόδ.

1) α) ὁρῶ, βλέπω, διακρίνω, θεωρῶ, μή σε... ἐν ὀφθαλμοῖσιν ἴδωμαι θεινομένην, μήπως σὲ ἴδω πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν μου τυπτομένην, Ἰλ. Α. 587, κτλ.· οὕτως, ἰδεῖν ἐν ὄμμασιν Εὐρ. Ὀρ. 1020· ἀλλ’ ἄγ’ ἐγὼν αὐτὸς πειρήσομαι ἠδὲ ἴδωμαι, ἀλλ’ ἂς δοκιμάσω ἐγὼ ὁ ἴδιος καὶ ἂς ἴδω, Ὀδ. Ζ. 126, πρβλ. Φ. 159· ὡσαύτως ἄνευ τοῦ πειράομαι, ὁ δὲ προμολὼν ἴδετο κρείων Ἐτεωνεὺς Δ. 22· ἀλλ’ ἄγε θᾶσσον ἰδώμεθα, ὅττι τάδ’ ἐστὶν Κ. 44· συχνάκις ἡγουμένου οὐσιαστικοῦ τινος ἢ ἐπιθέτου, χάλκε’ ἐπίσσωτρα.. θαῦμα ἰδέσθαι, νὰ τὰ βλέπῃ τις καὶ νὰ τὰ θαυμάζῃ, Ἰλ. Ε. 725· οἰκτρὸς ἰδεῖν Αἰσχύλ. Πρ. 238· ἐλεεινός, λαμπρὸς εἰδεῖν Πλάτ. Πολ. 620Α. κτλ.· ἐνίοτε τὸ ἰδεῖν καὶ τὸ ἰδέσθαι συντάσσονται αἰτιατικῇ, ᾗ ἕπεται ἀναφορικὴ πρότασις, ὅτε τὸ ἀναφορικὸν δύναται νὰ ἀντικατασταθῇ διὰ τοῦ ὅτι, ὥστε ἡ αἰτ. δὲν εἶναι κυρίως εἰπεῖν τὸ ἀντικείμενον, ἀλλ’ ἀνήκει εἰς τὸ ἐν τῇ ἀναφορικῇ προτάσει ῥῆμα, οἷον, εἶδον... νῆσον, τὴν πέρι πόντος ἐστεφάνωται Ὀδ. Κ. 195.

β) μετ’ ἐπιτάσεως, βλέπω, παρατηρῶ, μῆλα ἰδέσθαι, ἰδεῖν τὰ πρόβατα Ἰλ. Δ. 476, Ὀδ. Δ. 412, κτλ.· ἴδωμ’ ὅτιν’ ἔργα τέτυκται Ἰλ. Χ. 450, πρβλ. Πλάτ. Γοργ. 455Α.

γ) ἐντυγχάνω, συναντῶ, ἔρχομαι εἰς ὁμιλίαν, πρὶν τὸν Βρασίδαν ἰδεῖν Θουκ. 4. 125, Ξεν. Ἀν. 2. 4, 5, κτλ.

δ) βλέπω, ὅ ἐ. λαμβάνω πεῖραν, δοκιμάζω, ἀπολαύω τινός, Ἰλ. Ε. 221, κτλ.· νόστιμον ἦμαρ ἰδέσθαι Ὀδ. Γ. 233, κτλ.· δούλειον ἦμαρ ἰδεῖν Εὐρ. Ἑκ. 56· ἀέλιον ἕτερον ἰδεῖν Σοφ. Ἀποσπ. 835· τὴν δίκην ἰδεῖν Σοφ. Ἀντ. 1270· ἀλόχου κουριδίης, ἧς οὔ τι χάριν ἴδε, πολλὰ δ’ ἔδωκεν, «ἧς οὐδεμίαν ἀντίχαριν εἶδε, πολλὰ δὲ παρέσχετο» (Θ. Γαζῆς), Ἰλ. Λ. 243.

2) α) βλέπω, κυττάζω, ἰδεῖν ἐς..., βλέπω πρός, ἢ εἰς, ἰδὼς ἐς πλησίον ἄλλον Β. 271, κτλ.· ἰδεῖν ἐπὶ... Ψ. 143· πρὸς... Ὀδ. Μ. 244· εἰς ὦπα ἰδέσθαι, ἰδεῖν κατὰ πρόσωπον, Ἰλ. Ι. 373, κτλ.· κατ’ ἐνῶπα ἰδεῖν Ο. 320· ἄντα, ἐσάντα ἢ ἄντην ἰδεῖν Ν. 184, Ρ. 334, Ὀδ. Ε. 78, κτλ.

β) βλέπω κατά τινα τρόπον, ὑπόδρα ἰδών, κάτωθεν ἢ πλαγίως ἰδών, ῥίψας βλέμμα βλοσυρόν, ὀργίλον, «ἀγριοκυττάξας» (ἴδε ὑπόδρα), Ἰλ. Α. 148, ἀχρεῖον ἰδών, ῥίψας ἠλίθιον ἢ δειλὸν βλέμμα, Β. 269· κέρδος ἰδών, ἀποβλέψας εἰς κέρδος, Αἰσχύλ. Εὐμ. 539· πρβλ. βλέπω ΙΙ.

3) α) ἰδέσθαι ἐν φρεσίν, ἰδεῖν κατὰ διάνοιαν, Ἰλ. Φ. 61, πρβλ. Δ. 249, Ὀδ. Φ. 112· ἰδεῖν τῇ διανοίᾳ Πλάτ. Πολ. 510Ε.

β) ἐξετάζω, ἐξιχνιάζω, Πλάτ. Φαίδων 70D, Θεαίτ. 192Ε. ΙΙ. Μέσ., ἐνεστ. εἴδομαι, Ἐπ. ἐείδεται Θεόκρ. 25. 58, μετοχ. ἐειδόμενος Πινδ. Ν. 10. 27· ἀόρ. εἰσάμην (παρ’ Ὁμ. ὡσαύτως ἐείσαο, -ατο): – μόνον παρ’ Ἐπ. καὶ λυρ. ποιηταῖς, ὡς τὸ Λατ. videor, φαίνομαι, ὁρῶμαι, εἶμαι ὁρατός, πάντα δὲ τ’ εἴδεται ἄστρα, εἶναι ὁρατά, φαίνονται, Ἰλ. Θ. 559· νῦν δὲ εἴδεται ἦμαρ ὑπὸ Τρώεσσι δαμῆναι Ν. 98· εἴσατο δέ σφιν δεξιὸς ἀΐξας δι’ ἄστεος (ὁ ἀετὸς) Ω. 319· ὅπῃ τὸ Ταρτάρειον εἴδεται βάθρον Ἐπιγράμμ. Ἑλλ. 1034. 19, πρβλ. Ὀδ. Ε. 283.

2) μετ’ ἀπαρ., φαίνομαι ἢ φαίνομαι ὅτι εἶμαι, τὸ δέ τοι κὴρ εἴδεται εἶναι, «τοῦτο δέ σοι θάνατος φαίνεται ὑπάρχειν» (Θ. Γαζῆς), Ἰλ. Α. 228· τοῦτό τί μοι... κάλλιστον εἴδεται εἶναι Ὀδ. Ι. 11, κτλ.· ὡσαύτως παραλειπομένου τοῦ ἀπαρεμφάτου, ἀλλ’ ἄρα οἱ τόγε κέρδιον εἴσατο θυμῷ Τ. 283, κτλ.· οὐ μέν μοι κακὸς εἴδεται Ἰλ. Ξ. 472· πρβλ. Θεόκρ. 25. 58: – ἐντεῦθεν ὡσαύτως, προσποιοῦμαι, εἴσατ’ ἴμεν ἐς Λῆμνον, (ὁ Ἥφαιστος) προσεποιήσατο ὅτι ἀπήρχετο εἰς Λῆμνον, Ὀδ. Θ. 283· εἴσατο, ὡς ὅτε ῥινόν, ἐφαίνετο ὡς ἀσπίς, εἶχε τὸ σχῆμα ἀσπίδος, Ε. 281, ἀλλὰ τὸ χωρίον φαίνεται ὕποπτον.

3) ἐπὶ καθαρῶς μέσης σημασ. μετὰ δοτ., εἴσατο δὲ φθογγὴν υἷϊ Πριάμοιο Πολίτῃ, ὡμοίωσε δὲ ἑαυτὴν κατὰ τὴν φωνὴν τῷ τοῦ Πριάμου υἱῷ Πολίτῃ, Ἰλ. Β. 791, πρβλ. Υ. 81· καὶ οἱ ὄψιν ἐειδόμενος ἀθανάτων βασιλεὺς Πινδ. Ν. 10. 28· πρβλ. Αἰσχύλ. Ἀγ. 771, Ἡρόδ. 6. 69· τῇ μιν ἐεισάμενη προσεφώνεε δῖ’ Ἀφροδίτη, «ταύτῃ ὁμοιωθεῖσα ἡ ἔνδοξος Ἀφροδίτη εἶπε πρὸς αὐτὴν» (Θ. Γαζῆς), Ἰλ. Γ. 389, κ. ἀλλ. Β. πρκμ. οἶδα, ἔχω ἴδῃ ἢ ἔχω παρατηρήσῃ, δηλ. γνωρίζω, μετὰ σημασίας ἐνεστῶτος· ὁ ὑπερσ. ᾔδειν, ᾔδεα, Ἀττ. ᾔδη, μετὰ σημασ. παρατ. Οἱ τύποι εἶναι τόσον ἀνώμαλοι ἐν τῷ πρκμ. καὶ ὑπερσυντ., ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρατεθῶσιν ἐνταῦθα ἅπαντες· ἴδε Ἑλληνικὰ Ρήματα Veitch 188 κἑξ.

– Πρκμ. οἶδα, Αἰολ. ὄϊδα Ἀλκαῖος 141· β΄ ἑνικ. οἶσθα, ὡς ἀείποτε παρ’ Ὁμ., πλὴν ἐν Ὀδ. Α. 337 (ἔνθα οἶδας· ὅπερ εἶναι σπάνιος τύπος ἀπαντῶν ἐν Ὕμν. Ὁμ. εἰς Ἑρμ. 456, 467, Εὐρ. Ἀλκ. 780), παρ’ Ἀττ. ὡσαύτως ἐνίοτε οἶσθας Κρατῖν. ἐν «Μαλθακοῖς» 10, Εὐρ. Ἴων 999, Ἄλκ. 780· πληθ. ἴσμεν, Ἐπ. καὶ Δωρ. ἴδμεν, ἴστε, ἴσασι [ῐσ- Ὀδ. Β. 211 κ. ἀλλ., ῑσ- αὐτόθι 283 κ. ἀλλ.]· Δωρ. ἴσατι Συλλ. Ἐπιγρ. 5773. 4, πληθ. ἴσαντι Πίνδ.· οἴδαμεν, -ατε, -ᾰσι Ἡρόδ. 2. 17, 43., 4. 46, κ. ἀλλ., καὶ μεταγεν.· ἀλλὰ σπάνιον παρ’ Ἀττ., Ἀριστοφ. Ἀχ. 294, Ξεν. Οἰκ. 20. 14· – προστακτ. ἴσθι, ἴστω, Βοιωτ. ἴττω· – ὑποτακ. εἰδῶ, Ἐπ. ἰδέω Ἰλ. Ξ. 235. εἴδομεν Ἐπ. ἀντὶ εἰδῶμεν Α. 363, εἴδετε ἀντὶ εἰδῆτε Ὀδ. Ι. 17· - εὐκτ. εἰδείην, α΄ πληθ. εἰδεῖμεν Πλάτ. Λάχ. 190B, Πολ. 582Α· ἀπαρ. εἰδέναι, Ἐπ. ἴδμεναι, ἴδμεν, ὡσαύτως ἰδέμεν. Πινδ. Ν. 7. 36· - μετοχ. εἰδώς, εἰδυῖα, Ἐπ. ὡσαύτως ἰδυῖα, Ὑπερσυντ. ᾔδη, ᾔδησθα (ᾔδης (ἤδησθα Κόβητος) Σοφ. Ἀντ. 447), ᾔδη Ὅμ., Ἀττ.· ὡσαύτως ᾔδεις Ἀριστοφ. Θεσμ. 554, Ἀντιφῶν, γ΄ ἑνικ. ᾔδειν (πρὸ φωνήεντος) Εὐρ. Ἴων. 1187, Ἀριστοφ. Σφ. 558· Ἰων. ᾔδεα, ᾔδεε Ἰλ. Ξ. 71., Ρ. 402, Ἡρόδ.· Ἐπ. ὡσαύτως ἠείδης, ἠείδη Ἰλ. Χ. 280, Ὀδ. Ι. 206: - πληθ. ᾔδειμεν Αἰσχίν. 65. 24, Ἀριστ. Ἀναλυτ. Ὕστ. 1. 31, 4, ᾔδεμεν Σοφ. Ο. Τ. 1232· ᾔδειτε Δημ., κλ., Ἰων. ᾐδέατε Ἡρόδ.· ᾔδεισαν πρῶτον παρὰ Στράβωνι, ᾔδεσαν Ἡρόδ., Ἀττ. πεζογρ. καὶ τοῖς μεταγεν.

Ἐπικοῖς· ᾔδειν, ἠείδειν Ἀπολλ. Ρόδ. Β. 65., Δ. 1700· ὁ γνήσιος Ἀττ. πληθ. φαίνεται ὅτι ἦτο ᾖσμεν, ᾖστε, ᾖσαν Αἰσχύλ. Ἀγ. 1098, Σοφ. Ἀποσπ. 317, Εὐρ. Κύκλ. 321, κτλ., ἴδε Κόβητον V. LL. 380 Ἐπ. γ΄ πληθ. ἴσαν Ἰλ. Σ. 405, Ὀδ. Δ. 772.

- Ὁ μέλλ. ἐπὶ ταύτης τῆς σημασίας εἶναι εἴσομαι Ἰλ. Α. 548, Ἀττ.· ἢ εἰδήσω Ὀδ. Η 327,· Ἡρόδ. 7. 234, Ἰσοκρ. 11E, Ἀριστ.· ἀπαρ. εἰδησέμεν Ὀδ. Ξ. 257 (ἔνθα σχεδὸν μεταπίπτει εἰς τὴν σημασ. Α, βλέπω).

- Ὁ ἀορ. καὶ ὁ πρκμ. παραλαμβάνονται ἐκ τοῦ γιγνώσκω, ἂν καὶ εὑρίσκεται ἀόρ. α΄ εἰδῆσαι παρ’ Ἱππ. καὶ Ἀριστ. ( Ἠθ. Ν. 8. 3, 8), κ. ἀλλ. Παρ’ Ὁμήρ. πρέπει νὰ ἑρμηνεύηται ἐνίοτε διὰ τοῦ γινώσκω, ἔχω γνῶσίν τινος, ἄλλοτε δὲ διὰ τοῦ γινώσκω, κατανοῶ, προσέτι διὰ τοῦ ἔχω μάθῃ ἐκ μακρᾶς πείρας καὶ γινώσκω (ὡς δύναται νὰ ἑρμηνευθῇ ἐν Ὀδ. Β. 16).

– Παρ’ Ἀριστ. κεῖται παραπλησίως τῷ ἐπίστασθαι, γινώσκειν τι ἐπισταμένως ἢ ἐπιστημόνως, Μετὰ τὰ Φυσ. 1. 2, 3, Φυσ. 1. 1, 1, κ. ἀλλ.· - συχνάκις λαμβάνει μείζονα ἔμφασιν διὰ τοῦ εὖ σάφα, ὡς εὖ οἶδα, γινώσκω καλῶς· εὖ ἴσθι, γίνωσκε ἢ μάθε καλῶς, βεβαιώθητι. Συχνάκις δὲ συντάσσεται μετ’ αἰτ. πράγματος, ἰδίως παρ’ Ὁμ., νοήματα οἶδε, μήδεα οἶδε Ὀδ. Β. 122, Ἰλ. Σ. 363, κτλ.· καὶ ἔτι συχνότερον μετὰ οὐδετέρων ἐπιθέτων, ὡς, πεπνυμένα, κεχαρισμένα, φίλα, ἄρτια, ἤπια, κεδνά, ἀθεμίστια, εἰδώς, κτλ., πρὸς περιγραφὴν τοῦ χαρακτῆρος ἀνθρώπου· ὁ Ὅμ. ὡσαύτως συντάσσει αὐτὸ μετὰ γεν., ὅς σάφα θυμῷ εἰδείη τεράων Ἰλ. Μ. 229· ὅς πάσης εὖ εἰδῇ σοφίης Ο. 421· τόξων εὖ εἰδώς, «ὁ τὴν τοξικὴν καλῶς ἐπιστάμενος» (Θ. Γαζῆς), Β. 718· οἰωνῶν σάφα εἰδὼς Ὀδ. Α. 202· εὖ εἰδὼς τεκτοσυνάων Ε. 250· μάχης εὖ εἰδότε πάσης Ἰλ. Β. 823· πυγμαχίης, θούριδος ἀλκῆς, θήρης, θεοπροπίων εἰδὼς ἢ εὖ εἰδώς, κτλ.: – χάριν εἰδέναι τινί, ὁμολογεῖν χάριν, ἐγὼ δέ κέ τοι εἰδέω χάριν ἤματα πάντα Ἰλ. Ξ. 235, Ἡρόδ. 3. 21, καὶ συχν. παρ’ Ἀττ. (ἴδε ἐν λ. χάρις): - ἡ προστακτ. εἶναι κοινὴ ἐν ἐπικλήσεσιν εἰς μαρτυρίαν, ἴστω νῦν Ζεὺς αὐτός, «γιγνωσκέτω, μάρτυς ἔστω αὐτὸς ὁ Ζεὺς» (Σχόλ.), Ἰλ. Κ. 329· ἴστω νῦν τόδε Γαῖα Ο. 36, κτλ.· Δωρ. ἴττω Ζεύς, ἴττω Ἡρακλῆς, κτλ., Ἀριστοφ. Ἀχ. 860, κτλ.: - εἰδώς, ἀπολ., ὁ γινώσκων, ὁ γνωρίζων τὸ πρᾶγμα, ἰδυίῃ πάντ’ ἀγορεύω Ἰλ. Α. 365· μετ’ εἰδόσιν ἀγορεύειν Κ. 250· μακρηγορεῖν ἐν εἰδόσιν Θουκ. 2. 36, πρβλ. 3. 53· μαθεῖν παρὰ τοῦ εἰδότος Πλάτ. Πολ. 337D, κτλ.· παρ’ Ὁμ. ἰδυίῃσι πραπίδεσσι, «ἐπιστήμοσι, ἐμπείροις φρεσί, διανοίαις» (Σχόλ.), Ἰλ. Α. 608, κ. ἀλλ.

2) Μετ’ ἀπαρ., γνωρίζω πῶς νὰ πράξω τι, οἶδ’ ἐπὶ δεξιά, οἶδ’ ἐπ’ ἀριστερὰ νωμῆσαι βῶν Ἰλ. Η. 238, πρβλ. Σοφ. Φ. 1010, Ἀριστοφ. Σφ. 376· ὡσαύτως εἶμαι εἰς κατάστασιν, εἶμαι ἱκανός, ἔχω τὴν δύναμιν νὰ ..., Εὐρ. Μήδ. 664, Ἱππ. 729, Δημ. 51. 28.

3) Μετὰ μετοχ., γνωρίζω πῶς ἔχει τὸ πρᾶγμα· κεῖται δὲ ἡ μετοχὴ κατ’ ὀνομαστ., ὅταν εἶναι κατηγορούμενον τοῦ ὑποκειμένου τοῦ ῥήματος, ὡς ἴσθι μοι δώσων ἄποινα τῆσδε μωρίας χάριν Αἰσχύλ. Ἀγ. 1670· ἴστω ὑπὸ τοῦ ἀδελφεοῦ ἀποθανὼν Ἡροδ. 4. 76· οὐ γὰρ οἶδα δεσπότας κεκτημένος Εὐρ. Ἑκ. 401· κατ’ αἰτ., ὅταν εἶναι κατηγορούμενον τοῦ ἀντικειμένου, τοὺς φιλτάτους γὰρ οἶδα νῶν ὄντας πικροὺς Αἰσχύλ. Χο. 234· τὸν Μῆδον ἴσμεν ἐκ περάτων γῆς ἐλθόντα Θουκ. 1. 69: - τὸ ἀπαρεμφ. εἶναι λίαν σπάνιον ἐπὶ ταύτης τῆς ἐννοίας, Αἰσχύλ. Πέρσ. 413, Εὐρ. Ι. Α. 1005.

4) Τὸ γιγνωκόμενον πρᾶγμα πολλάκις προστίθεται ὡς ἰδιαιτέρα πρότασις μετὰ τοῦ ὡς, ὅτι, κτλ., οἶδα κἀμαυτὴν ὅτι ἀλγῶ Σοφ. Ἠλ. 332· ἐάν τινα εἰδῶσιν ὅτι ἄδικός ἐστι Πλάτ. Πρωτ. 323B, κτλ.

5) Οὐκ οἶδ’ εἰ ..., δὲν γνωρίζω ἂν ..., ἐμφαίνει ἔλλειψιν πίστεως ἢ ἀμφιβολίαν, ὡς τὸ Λατ. nescio an non ..., τὸ ἂν ἐνίοτε μετατίθεται, ὡς οὐκ οἶδ’ ἂν εἰ πείσαιμι Εὐρ. Ἄλκ. 48, ἔνθα ἴδε Monk: - ἐνίοτε τὸ ῥῆμα παραλείπεται μετὰ τὸ εἰ, ὡς οὐκ οἶδ’ εἴ τις ἄλλος, ἴσως οὐδεὶς ἄλλος, Ἰσοκρ. 116A, 234E.

6) Ὅμοιαι ἐλλείψεις εἶναι συχναὶ μετ’ ἄλλων συνδέσμων, ὡς οὐκ οἶδ’ ὅπως ἢ ὅπῃ, δὲν γνωρίζω πῶς, Πλάτ. Πολ. 400B, κτλ.· οὐκ. οἶδ’ ὁπόθεν ὁ αὐτ. Κρατ. 396C.

7) Οἶδα ἢ ἴσθι κεῖνται συχνάκις παρενθετικῶς, ὡς οἶδ’ ἐγὼ, Εὐρ. Μήδ. 948· σάφ’ οἶδα, εὖ οἶδα αὐτόθι 94, 963, κτλ.: - ὡσαύτως, οἶδ’ ὅτι, οἶσθ’ ὅτι, ἴσθ’ ὅτι, ἐλλειπτικαὶ φράσεις χρησιμεύουσαι πρὸς ἐνίσχυσιν διαβεβαιώσεώς τινος, πάρειμι δ’ ἄκων οὐχ ἑκοῦσιν, οἶδ’ ὅτι [ἐνν. πάρειμι], γινώσκω τοῦτο καλῶς, Σοφ. Ἀντ. 276· οὕτως, εὖ οἶδ’ ὅτι, συχνὸν παρὰ Δημ., ὡς ἐν 110. 5· σάφ’ ἴσθ’ ὅτι Ἀριστοφ. Πλ. 889· - προσέτι, οἶσθ’ ὅ, οἶσθ’ ὡς, μετὰ προτακτ., εἶναι συνήθη παρ’ Ἀττ. ποιηταῖς, γραφόμενα ὡς ἐρώτησις, οἶσθ’ οὖν ὃ δρᾶσον; ὅπερ ἑρμηνεύεται ὑπὸ τοῦ Bentley (Emend. Menand. σ. 107) ὡς ἰσοδύναμον τῷ δρᾶσον – οἶσθ’ ὅ; κάμε – εἰξεύρεις τί; δηλ. σπεῦσον καὶ κάμε· ὡς τὸ Λατ. tange, sed scin’ quomodo? Πλαῦτος Rud. 3. 5, 18, - ὅπερ πράγματι εἶναι συγχώνευσις δύο συντάξεων, οἶσθ’ ὡς ποίησον; ἀντὶ τοῦ: οἶσθ’ ὡς δεῖ σε ποιῆσαι; ἢ οἶσθ’ ὥς σε κελεύω ποιῆσαι; Σοφ. Ο. Τ. 543, ἔνθα ἴδε ἐκτενῆ σημείωσιν Jebb· οἶσθ’ ... ὡς νῦν μὴ σφαλῇς; ὁ αὐτ. Ο. Κ. 75· οἶσθα νῦν ἅ μοι γενέσθω; Εὐρ. Ι. Τ. 1203· σπανιώτατα μετὰ τοῦ μέλλ., οἶσθ’ οὖν ὃ δράσεις (ἂν μὴ ἀναγνωστ. δρᾶσον) ὁ αὐτ. Κύκλ. 131· ἴδε Ἐλμσλ. ἐν Μηδ. 587.

8) Ὑπερθετικὸν συχνάκις ἀκολουθεῖται ὑπὸ τῆς φράσεως ὧν ἴσμεν· πρῶτος ὧν ἡμεῖς ἴσμεν, ὁ πρῶτος ἐξ ὅσων γνωρίζομεν, Ἡρόδ. 1. 6, κτλ.· παλαίτατος ὧν ἀκοῇ ἴσμεν Θουκ. 1. 4.

1) Η λ. Εἴδω στο εδάφιο 1Co 13:2 περιλαμβάνεται σ' ένα κεφάλαιο όπου διακρίνονται φράσεις αναφοράς με απαρίθμηση περιπτώσεων. Πρόκειται για ένα λογοτεχνικό χαρακτηριστικό της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας το οποίο περιλαμβάνεται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

2) Η λ. Οἴδατε στο εδάφιο 1Co 6:15 μεταφέρει μια εικόνα ανθρώπινου σώματος και μελών με την αρμόζουσα σημασία. Αναφέρεται ως ένα λογοτεχνικό χαρακτηριστικό του (πρωτότυπου) κειμένου των Χριστιαν. Ελλην. Γραφών (Καινής Διαθήκης).

3) Η λ. Ἴστε στο εδάφιο Eph 5:5 περιλαμβάνεται σε μια απαρίθμηση αρετών (γνωστή και ως Αρετολογία) αλλά και παθών. Πρόκειται για ένα λογοτεχνικό χαρακτηριστικό του (πρωτότυπου) κειμένου των Χριστιανικών Ελληνικών Γραφών (Καινή Διαθήκη).

4) Η λ. Οἴδαμεν στο εδάφιο Act 7:40 αποτελεί παραπομπή από σχετικό εδάφιο Εβρ. Γραφ. (Ο΄ Exo 32:1).

5) Η λ. Εἰδήσουσιν στο εδάφιο Heb 8:11 αποτελεί παραπομπή από σχετικό εδάφιο Εβρ. Γραφ. (Ο΄ Hsa 54:13).

6) Η λ. Ἴσασι στο εδάφιο Act 26:4 αποτελεί "αρχαιοελληνικό ιδιωματισμό" και μάλιστα "αττικισμό" της "Κοινής" Ελλην. Γλώσσας καθώς χρησιμοποιεί την ασθενή ρίζα -ΙΣ (του ρήματος Οἶδα).

7) Η. λ. Ἴστε στο εδάφιο Heb 12:17 αποτελεί "αρχαιοελληνικό ιδιωματισμό" και μάλιστα "αττικισμό της "Κοινής" Ελλην. Γλώσσας καθώς χρησιμοποιεί την ασθενή ρίζα -ιδ, -ις (του ρήματος Οἶδα).

8) Στη φράση που αναφέρεται η λ. Οἴδατε στο εδάφιο 1Co 16:15 υπάρχει ρηματική κατασκευή "κατ' έννοιαν" με συμφωνία του ρήματος όχι σύμφωνα με τον γραμματικό τύπο του υποκειμένου αλλά (σύμφωνα) με το (δι' αυτού) νοούμενο (αντικείμενο). Το σχήμα αυτό αποτελεί "αρχαιελληνικό ιδιωματισμό" και μάλιστα "αττικισμό" της "Κοινής" Ελλην. Γλώσσας, το οποίο περιλαμβάνεται στις Χριστ. Ελλην. Γραφές (Καινή Διαθήκη).

9) Η λ. Οἴδατε στο εδάφιο 1Co 5:6 περιλαμβάνεται σε μια φράση με «ύφος όχι ρητορικό» αλλά «με διαλεκτική απλότητα» με σύντομη αναφορά σ' ένα ρητό ή παροιμία. Πρόκειται για ένα λογοτεχνικό χαρακτηριστικό της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας το οποίο περιλαμβάνεται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

10) Στη φράση όπου αναφέρεται η λ. Οἴδατε στο εδάφιο 1Co 16:15 υπάρχει «ρηματική κατασκευή κατ' έννοια». Το ρήμα εδώ αναφέρεται όχι σύμφωνα με τον γραμματικό τύπο του υποκειμένου αλλά (σύμφωνα) με το αυτονοούμενο αντικείμενο. Το φαινόμενο είναι «αρχαϊσμός» και «αρχαιοελληνικός ιδιωματισμός» και μάλιστα «αττικισμός» της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας. Πρόκειται για ένα λογοτεχνικό χαρακτηριστικό της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας το οποίο περιλαμβάνεται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

11) Η λ. Οἴδατε στο εδάφιο Act 10:37 αποτελεί σολοικισμό (δηλαδή εκφραστικό συντακτικό λάθος κατά τη διατύπωση του λόγου). Πρόκειται για λογοτεχνικό χαρακτηριστικό της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας το οποίο περιλαμβάνεται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Know, Recognize, Wit, Acquaint, Sure, Tell, Can, Wist.

Οἶδα, ας, (Att. οἶσθα), οἶδε, pf. with pres. signif., I know; pl. οἴδαμεν, -δατε, -δασι, pf. to εἰδέω· οἶδας is found once only in the Odyssey, i, 337, nowhere in the Iliad; once only in the Attic poets, Eurip. Alc. 796; nowhere in any classic prose writer; but generally in the Hellenistic writers; subj. εἰδῶ, opt. εἰδείην, imperat. ἴσθι, ἴστω, and inf. εἰδέναι, part. εἰδώς, εἰδυῖα, εἰδός, plupf. ᾔδειν, and ᾔδην, Soph. Œd. T. 433; for the dual and plural, most commonly, the dual and plural of ἴσημι, to know, are used.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Scias, Certa, Dicite, Potest, Ignorabatis, Scire, Nosse, Novi, Intelligo, Videre, Nescire.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Wissen, Kennen, Erkennen, Verstehen, Können, Unterscheiden, Sicher, Sagen, Can, Wußtet.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Sappiate, Conoscere, Riconoscere, Distinguere, Risultare, Sicuro, Può.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Sachez, Savoi, Connaîtr, Faire, Reconnaîtr, S'informe, Distingue, Se Présente, Souffrir, Arriver à connaître mieux, Bien sûr, Peut, Ne saviez.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Sepa, Saber, Conocer, Reconocer, Pensar, Constar, Padecer, Sure, Conozca, Decid, Lata, Sabíais.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Saber, Conhecer, Entender, Reconhecer, Compreender, Distinguir, Lembrar, Estar ciente, Estar informado, Com certeza, Diga, Lata.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Weten, Weet, Tuurlijk, Kan, Wisi.