Ευρετήριο

Θεραπεύω



ΡΙΖΑ: βλ.λ. ΘΕΡΑΠΩΝ.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Θεραπεύω, εκτελώ θεραπείες.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Θεράπων Heb 3:5, Θεραπεία Luk 9:11.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Ἰῶμαι Μatt 15:28, Σώζω Mar 5:23, Διασώζω Luk 7:3, Λατρεύω Phl 3:3, Εὐσεβῶ Act 17:23, Προσκυνῶ Mat 4:10, Σέβομαι Mat 15:9, Διακονῶ, Mat 4:11, Ἐπιμελοῦμαι Luk 10:34, Φροντίζω Tit 3:8, Ὑγιαίνω Luk 15:27.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Ἀτιμάζω Luk 20:11, Ὑβρίζω Mat 22:6, Νοσῶ 1Ti 6:4, Ἀσθενῶ Mat 10:8, Ἀποστερῶ 1Co 6:7, 8, Κωλύω Act 24:23.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ρήμα α΄ συζυγίας, βαρύτονο.

ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ:

Ενεστ. θεραπεύω, Πρτ. ἐθεράπευον, Μέλ. θεραπεύσω, Αόρ. ἐθεράπευσα, Πρκ. τεθεράπευκα, Υπερσ. ἐτεθεραπεύκειν.

Μέσ. Ενεστ. θεραπεύομαι, Πρτ. ἐθεραπευόμην, Μελ. παθ. Θεραπευθήσομαι, Αόρ. παθ. ἐθεραπεύθην, Πρκ. τεθεράπευμαι, Υπερσ. ἐτεθεραπεύμην.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΡΗΜΑΤΑ.

ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:

1) Θεραπεύω

Α) Αμετάβατο: θεραπεύω, κάνω θεραπείες (Mat 12:10... Εἰ ἔξεστιν τοῖς Σάββασιν θεραπεῦσαι...)

Β) Μεταβατικό

i) + αιτ.: θεραπεύω κάποιον (Mat 8:7... Ἐγώ ἐλθών θεραπεύσω αὐτὸν...)

2) Θεραπεύομαι

Α) Αμετάβατο: θεραπεύμαι (Apoc 13:3... Ἡ πληγή... αὐτοῦ ἐθεραπεύθη...)

Β) Μεταβατικό

i) + γεν.: θεραπεύομαι από…., γίνομαι καλά από…, απαλλάσσομαι από (ασθένεια). (Act 17:25... Οὐδὲ ὑπό χειρῶν ἀνθρωπίνων θεραπεύεται...).

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνικό Συντακτικό ΣΥΝΤΑΞΙΣ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Ἐθεράπευεν: γ΄ ενικό Οριστικής Παρατατικού Ενεργητικής Φωνής.

2) Ἐθεραπεύθη: γ΄ ενικό Οριστικής Αορίστου α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

3) Ἐθεραπεύθησαν: γ΄ πληθυντικό Οριστιικής Αορίστου α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

4) Ἐθεράπευον: γ΄ πληθυντικό Οριστικής Παρατατικού Ενεργητικής Φωνής.

5) Ἐθεραπεύοντο: γ΄ πληθυντικό Οριστικής Παρατατικού Μεσοπαθητικής Φωνής.

6) Ἐθεράπευσεν: γ΄ ενικό Οριστικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

7) Θεραπεύει: γ΄ ενικό Οριστικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

8) Θεραπεύειν: Απαρέμφατο Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

9) Θεραπευέσθαι: Απαρέμφατο Ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

10) Θεραπεύεσθε: β΄ πληθυντικό Οριστικής Ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

11) Θεραπεύεται: γ΄ ενικό Οριστικής Ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

12) Θεραπεύετε: β΄ πληθυντικό Οριστικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

13) Θεραπευθῆναι: Απαρέμφατο Αορίστου α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

14) Θεραπεύοντες: Ονομαστική πληθυντικού μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

15) Θεραπεῦσαι: Απαρέμφατο Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

16) Θεραπεύσει: γ΄ ενικό Οριστικής Μέλλοντα Ενεργητικής Φωνής.

17) Θεραάπευσον: β΄ ενικό Οριστικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

18) Θεραπεύσω: α΄ ενικό Οριστικής Μέλλοντα Ενεργητικής Φωνής.

19) Θεραπεύων: Ονομαστική ενικού μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

20) Τεθεραπευμένῳ: Δοτική ενικού μετοχής αρσενικού γένους του Παρακειμένου Μεσοπαθτηικής Φωνής.

21) Τεθεραπευμένον: Αιτιατική ενικού μετοχής αρσενικού γένους του Παρακειμένου Μεσοπαθητικής Φωνής.

22) Τεθεραπευμένοι: Ονομαστική πληθυντικού μετοχής θηλυκού γένους του Παρακειμένου Μεσοπαθητικής Φωνής.

ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΕΔΑΦΙΑ:

Apoc 13:3: «καὶ μίαν ἐκ τῶν κεφαλῶν αὐτοῦ ὡς ἐσφαγμένην εἰς θάνατον, καὶ ἡ πληγὴ τοῦ θανάτου αὐτοῦ ἐθεραπεύθη. Καὶ ἐθαυμάσθη ὅλη ἡ γῆ ὀπίσω τοῦ θηρίου»

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 13:3 : Apoc 13:14

1) Η λ. Ἐθεράπευσεν στο εδάφιο Mat 15:30 περιλαμβάνεται σε μια πρόταση η οποία διακρίνεται για τη «βραχύτητα της περιόδου» αυτής. Πρόκειται για ένα λογοτεχνικό χαρακτηριστικό της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας το οποίο περιλαμβάνεται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

2) Η λ. Ἐθεράπευσεν στο εδάφιο Mat 21:14 περιλαμβάνεται σε μια «πρόταση κατά παράταξη» αντί της «σύνταξης καθ’ υπόταξη». Πρόκειται για ένα λογοτεχνικό χαρακτηριστικό της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας το οποίο περιλαμβάνεται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

1) α) ΑΓΓΛΙΚΕΣ ΛΕΞΕΙΣ ΜΕ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΙΖΑ: Therapy, Therapeutic, Therapeutical, Therapeutics, Therapeusis, Therapeutist, Therapist.

β) ΑΓΓΛΙΚΑ: Cure, Heal, Worship.

Θεραπεύω, f. εύσω, 1. a. ἐθεράπευσα, with acc. to serve, to attend, to wait on; to conciliate, or study to oblige by services or attentions, to pay court to, honor, respect; to worship, as the Latin colo; Φοίβου ναοὺς θεραπεύω, I have the charge of the temples of Phœbus, Eurip. Ion. 111; to cultivate the ground; to cultivate the favor or good graces of any one; to take care of or attend on the sick, Thucyd. ii, 51; to heal, to cure, alleviate by attention; to give attention to; to conciliate the affections, Id. vi, 79; τὸ σύμφερον θεραπεύειν, to look after one’s interests; 1. a. pas. ἐθεραπεύθην, pf. pas. τεθεράπευμαι, Plat. Legg. vi, 763, D.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Famulor, Servio, Colo, Operatam Do Ut Curo, Sano, Medeor, Curare, Sanare, Colere.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Heilung, Heilen, Therapie, Religiöse Stätte.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Cure, Cura, Terapia, Culto.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Cure, Guérir, Thérapie, Culte.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Curar, Sanar, Terapia, Adoración.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Cura, Cure, Terapia, Adoração.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Genezen, Helen, Therapie, Aanbidding.