Ευρετήριο

Θερίζω



ΡΙΖΑ: < ΘΕΡΟΣ (βλ.λ.)

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Θερίζω, αποκομίζω, αποκτώ, συγκεντρώνω

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Θεριστής Mat 13:30, Θερισμός Mat 9:37.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Κόπτω Mat 11:17, Δρέπανον Mar 4:29, Apoc 14:14-19, Χώρα (Λευκή) Joh 4:35.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: (Αμεταβ.) Χειμάζω Act 27:18, Παραχειμάζω 1Co 16:6, Tit 3:12, Παραχειμασιά Act 27:12, Σπείρω Mat 6:26.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ρήμα α΄ συζυγίας, βαρύτονο.

ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ:

Ενεστ. θερίζω, Πρτ. ἐθέριζον, Μέλ. θερίσω, Αόρ. ἐθέρισα.

Μέσ. Ενεστ. θερίζομαι, Πρτ. ἐθεριζόμην, Μελ. παθ. θερισθήσομαι, Αόρ. παθ. ἐθερίσθην.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΡΗΜΑΤΑ.

ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:

1) Θερίζω

Α) Αμετάβατο: θερίζω (Mat 6:26... Οὐ σπείρουσιν ουδὲ θερίζουσιν...)

Β) Μεταβατικό

i) + αιτ.: θερίζω κάτι, συλλέγω-συγκεντρώνω κάτι, αποκομίζω κάτι. (Gal 6:7... Ὁ...ἐάν σπείρῃ ἄνθρωπος τοῦτο καὶ θερίσει...)

2) Θερίζομαι

Α) Αμετάβατο: θερίζομαι (Apoc 14:15... Καὶ ἐθερίσθη ἡ γῆ...).

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνικό Συντακτικό ΣΥΝΤΑΞΙΣ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Ἐθερίσθη: γ΄ ενικό Οριστικής Αορίστου α΄ Μεσοπαθητική ςΦωνής.

2) Θερίζειν: Απαρέμφατο Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

3) Θερίζεις: β΄ ενικό Οριστικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

4) Θερίζουσιν: γ΄ πληθυντικό Οριστικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

5) Θερίζω: α΄ ενικό Οριστικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

6) Θερίζων: Ονομαστική ενικού μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

7) Θερῖσαι: Απαρέμφατο Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

8) Θερισάντων: Γενική πληθυντικού μετοχής αρσενικού γένους του Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

9) Θερίσει: γ΄ ενικό Οριστικής Μέλλοντα Ενεργητικής Φωνής.

10) Θέρισον: β΄ ενικό Προστακτικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΕΔΑΦΙΑ:

Apoc 14:15: «κα λλος γγελος ξλθεν κ το ναο κρζων ν φων μεγλ τ καθημν π τς νεφλης· πμψον τ δρπανν σου κα θρισον, τι λθεν ρα θερσαι, τι ξηρνθη θερισμς τς γς.»

Σε εκπλήρωση του οράματος που δόθηκε στον Ιωάννη, ο Ιησούς διεξάγει ένα παγκόσμιο έργο θερισμού. «Ο θερισμός της γης» άρχισε με τη συγκομιδή των υπόλοιπων από τους 144.000 «γιους της βασιλείας», «το σιτάρι» της παραβολής τους Ιησού (Mat 13:24-30, 36-41).

Η διαφορά ανάμεσα στους αληθινούς και στους ψεύτικους Χριστιανούς έγινε πιο ξεκάθαρη από ποτέ μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, συμβάλλοντας μάλιστα στο δεύτερο στάδιο «του θερισμού της γης» - τη σύναξη των άλλων προβάτων. Αυτοί δεν είναι «οι γιοι της βασιλείας», αλλά είναι «ένα μεγάλο πλήθος»πρόθυμων υπηκόων αυτής της Βασιλείας. Θερίζονται μέσα από «όλους τους λαούς, τις εθνότητες και τις γλώσσες».

Υποτάσσονται στη Μεσσιανική Βασιλεία, η οποία αποτελείται από τον Χριστό Ιησού και τους 144.000 αγίους που θα είναι μαζί του σε εκείνη την ουράνια κυβέρνηση (Apoc 7:9).

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 14:15: Mar 4:29  Mat 13:39

1) Η λ. Θερίζων στο εδάφιο Mat 25:24, 26 μεταφέρει εικόνα και παρομοίωση από την καθημερινή ζωή των βιβλικών χρόνων (Εδώ από τον Τομέα της Εμπορικής και της Τραπεζικής Ζωής). Πρόκειται για ένα λογοτεχνικό χαρακτηριστικό της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας το οποίο περιλαμβάνεται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

2) Η λ. Θέρσον στο εδάφιο Rev 14:15 περιλαμβάνεται σε μια περιγραφή με ποιητική έξαρση ως ένας ύμνος χωρίς μέτρο. Πρόκειται για ένα λογοτεχνικό χαρακτηριστικό του (πρωτότυπου) κειμένου των Χριστιανικών Ελληνικών Γραφών (Καινή Διαθήκη).

3) Η λ. Θερίζουσιν στο εδάφιο Mat 6:26 μεταφέρει μια εικόνα θερισμού η οποία περιλαμβάνεται σε μια αναφορά που έχει η επίδραση της φύσης στο θέμα αυτό προδίδει το αίσθημα της εξαιρετικής εκτίμησης που είχαν στη φύση οι θεόπνευστοι συγγραφείς των Χριστιανικών Ελληνικών Γραφών (Καινή Διαθήκη). Ως περιγραφή αποτελεί λογοτεχνικό χαρακτηριστικό της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας το οποίο περιλαμβάνεται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Mow, Reap.

Θερίζω, f. ίσω, to pass the summer in a place; to reap, to mow; to gather the crops; to cut down, to cut off, Soph. Aj. 235; to kill; with acc.; often put absolutely. Fr. θέρος.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Meto, Aestivo, Aestatem, Alicubi, Tramsigo, Metere, Demetere.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Mow.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Mow.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Tondre.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Cortar.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Cortar.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Mow.