Ευρετήριο

Λέγω (Α)


ΡΙΖΑ:Λεχ-, λογ-, λεγ-.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ:

1) Μιλώ (ὁμιλῶ) και με τη φωνή μου σχηματίζω λέξεις και φράσεις. Σκέπτομαι, σκοπεύω, έχω την πρόθεση να εκτελέσω αυτά που συλλογίζομαι και στοχάζομαι.

2) Εκφράζομαι, λέγομαι, συνδιαλέγομαι προφορικά, κάνω γνωστή μια ιδέα, μια γνώμη, ένα δεδομένο φωναχτά και με λέξεις.

3) Λέγω, ομιλώ, εκθέτω, προφέρω: παράγω, εκφέρω προτάσεις με φθόγγους.

4) Ανακοινώνω, κάνω γνωστό κάτι.

5) Ισχυρίζομαι.

6) Προφασίζομαι.

7) Κάνω λόγο για κάτι.

8) Καταγγέλλω, μαρτυρώ.

9) Εξιστορώ, διηγούμαι, κάνω περιγραφή ή απολογισμό.

10) Αναγγέλλω επισήμως. Μεταδίδω στο κοινό μέσω ενός έργου τέχνης ιδέες που θεωρώ σημαντικές.

11) Συμβουλεύω, νουθετώ.

12) Ειδοποιώ, παραγγέλλω.

13) Προαναφέρω, προειδοποιώ.

14) Υποδεικνύω.

15) Προστάζω, διατάζω, αξιώνω.

16) Καθοδηγώ, παρακινώ.

17) Προτείνω, συνιστώ, παραγγέλλω.

18) Επισημαίνω, δηλώνω.

19) Ερμηνεύω, εξηγώ, διευκρινίζω.

20) Θυμίζω, υπενθυμίζω. Επαναλαμβάνω φωναχτά κάτι, αυτό που έμαθα.

21) Αποφασίζω ή επιχειρώ κάτι.

22) Ονομάζω, καλώ, προσκαλώ.

23) Δίνω παρωνύμιο, παρατσούκλι.

24) Ανακηρύσσω, αναγορεύω.

25) Δίνω σε κάποιον ορισμένη πληροφορία. Διαβιβάζω.

26) Αποκαλύπτω, φανερώνω, εξομολογούμαι, ομολογώ, παραδέχομαι.

27) Διακηρύσσω, διαλαλώ δημόσια, διαβάζω, απαγγέλλω δυνατά.

28) Συλλέγω, συνάγω, μαζεύω.

29) Εκλέγω, διαλέγω, επιλέγω, κάνω επιλογή.

30) Λογαριάζω, υπολογίζω, αριθμώ, απαριθμώ, συγκαταριθμώ, συνάγω, εξάγω το άθροισμα. Βάζω σε τάξη, τακτοποιώ, διευθετώ.

31) Ανιστορώ, διηγούμαι, αφηγούμαι.

32) Καταλύω, στρατοπεδεύω, πλαγιάζω, βάζω κάποιον να κοιμηθεί, τον αποκοιμίζω, τον βάζω να πλαγιάσει. (Μεσ. και παθητ.) είμαι απράγμων, άπραγος, ξαπλωμένος, εκλέγομαι, συμπεριλαμβάνομαι, συγκαταριθμούμαι, εκλέγω, συγκεντρώνω για τον εαυτό μου για δικό μου όφελος, διηγούμαι, κατάκειμαι, κοιμάμαι.

33) Συζητώ, συνομιλώ.

34) Εννοώ, νομίζω.

35) Μαζεύω, συγκεντρώνω, εκλέγω, αριθμώ, θεωρώ, επαναλαμβάνω (όταν χρειαστεί).

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Λεκτός, Λογάς, Καταλέγω, Συλλογή, Ἐκλογή, Λέξις, Λόγος, Λογίζομαι, Λέχος, Λεχώ, Ἄλοχος, Λόχος, Λόχμη, Λέκτρον, Λογάς, Ἐκλεκτός, Ἐπιλογή, Διαλογή, Σύλλεκτος.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ:Ἀγορεύω, Δημηγορῶ, Διαξέρχομαι, Λαλῶ, Φάσκω, Φημί, Φράζω, Φθέγγομαι, Ἀγείρω, Ἀθροίζω, Συνάζω, Συναλίζω, Μιλῶ, Ἀπαγγέλλω, Ἐνημερώνω, Πληροφορῶ.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Παύω, τερματίζω (την ομιλία, συνομιλία), Σιωπώ, Παραμένω ἄλαλος.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ρήμα α΄ συζυγίας, βαρύτονο.

ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ:

Ενεστ. λέγω, Πρτ. ἔλεγον, Μέλ. Λέξω και ἐρῶ, Αόρ. ἔλεξα και εἶπα, Αόρ. β΄ εἶπον, Πρκ. εἴλοχα και εἴρηκα, Υπερσ. εἰρήκειν.

Μέσ. Ενεστ. λέγομαι, Πρτ. ἐλεγόμην, Μέλ. μέσ. λέξομαι, Μελ. παθ. λεχθήσομαι ή ῥηθήσομαι, Αόρ. μέσ. ἐλεξάμην, Αόρ. παθ. ἐλέχθην και ἐρρήθην, Αόρ. β΄ παθ. ἐλέγην, Πρκ. εἴλεγμαι ή λέλεγμαι και εἴρημαι, Υπερσ. εἰρήμην.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΡΗΜΑΤΑ.

ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:

1) Λέγω

Α) Αμετάβατο: λέγω, μιλώ.

Β) Μεταβατικό

i) + αιτ. (πραγμ.) + δοτ. (προσ.): λέω κάτι σε κάποιον.

ii) + αιτ.: λέγω-ισχυρίζομαι κάτι.

iii) + δοτ.: μιλώ-λέω σε κάποιον.

iv) + δοτ. + ειδ. πρ.: λέω σε κάποιον ότι…..

v) + ειδ. απαρ.: λέω ότι….

vi) + ειδ. προτ.: βλ. (1Βv).

Γ) Συνδετικό

i) + αιτ. + κατηγ.: ονομάζω κάποιον ως…..

2) Λέγομαι

Α) Συνδετικό

i) + κατηγ.: λέγομαι-ονομάζομαι ως…

- Η φράση του κειμένου «ὡς ὅτε μήτηρ παιδός ἐέργῃ μυῖαν ὅθ’ ἡδέϊ λέξεται ὕπνῳ» (Δ 131) ερμηνεύεται ακολούθως: «όπως όταν μια νεαρή (λεχώνα) μάνα διώχνει τη μύγα πάνω από το παιδάκι της καθώς αυτό απολαμβάνει γλυκά τον ύπνο του» (παραβ. ΓΡΑΜΜ. ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ).

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνικό Συντακτικό ΣΥΝΤΑΞΙΣ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ.

ΛΕΞΗ-ΦΡΑΣΕΙΣ-ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ-ΛΕΚΤΙΚΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ-ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ (ΓΝΩΜΙΚΑ):

ΛΕΞΗ: Σκέπτομαι, Σκοπεύω, Προτίθεμαι, Λέγω, Ὁμιλῶ, Ἐκφράζομαι, Ἀνακοινώνω, Ἰσχυρίζομαι, Προφασίζομαι, Καταγγέλλω, Μαρτυρῶ, Ἐξιστορῶ, Διηγοῦμαι, Συμβουλεύω, Εἰδοποιῶ, Παραγγέλλω, Προαναφέρω, Προειδοποιῶ, Παρακινῶ, ὑποδεικνύω, Ἀξιώνω, Προστάζω, Προτείνω, Συνιστῶ, Δηλώνω, Ἐξηγῶ, Διευκρινίζω, Ἐπαναλαμβάνω, Θυμίζω, Ὑπενθυμίζω, Συλλέγω, Συνάγω, Ἐπιλέγω, Λογαριάζω, Ὑπολογίζω, Ἀπαριθμῶ, Συγκαταριθμῶ, Ἐκλέγω, Ἐπιλέγω, Βάζω σε τάξη, Ἐξάγω τὸ ἄθροισμα, Ἀνακοινώνω, Ὀνομάζω, Ἀπαγορεύω, Ἀνακηρύσσω, Διαβιβάζω, Πληροφορῶ, Φανερώνω, Ἀποκαλύπτω, Διακηρύσσω. (Παθ. μεσ.) Κεῖμαι, Κοιμῶμαι, Εἶμαι ἄπρακτος.

ΦΡΑΣΕΙΣ: «Τὰ ἀπόρρητα λέγω» (Ξενοφ. Απομνημ. 2,2,9 Δημ. 268, 22) – «Λέγε εἴ τι θέλεις» (Ηροδ. 858) – «Καλῶς ὀρθῶς λέγω» (Ξενοφ. Απομνημ. 2,26,3,4) – «Λέγω τύχας, πάθη, μόχθους» (Αισχ. Πρ. 637 Περσ. 292).

ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ: Το ρήμα λέγω φανερώνει εκφράσεις σκέψεων, προθέσεων, γνωμών κατά τη διάρκεια συνομιλιών. Στα πλαίσια αυτά μπορεί κανείς να διηγηθεί και να εκφρασθεί με διάφορες συμβουλές ή παραγγελίες. Επίσης μπορεί να δηλώσει παρακινήσεις, προειδοποιήσεις, να ενημερώσει και να παρέχει εξηγήσεις και τελικά να υπενθυμίσει σε επίπεδο επανάληψης. Οτιδήποτε λέγεται, επιλέγεται μετά από ώριμη σκέψη, υπολογίζεται, τακτοποιείται και ανακοινώνεται. Σε συγκεκριμένες συνομιλίες το κάθε τι ενδιαφέρον ονομάζεται, διαβιβάζεται υπό τύπον πληροφορίας και στη συνέχεια φανερώνεται και αποκαλύπτεται. Τελικά δικαιώνεται ή απορρίπτεται μέσα από το στάδιο και τη διαδικασία της εφαρμογής. Κατά τη διάρκεια του ύπνου, η διαδικασία της ζωντανής έκφρασης και επικοινωνίας παύει καθώς δεν μπορεί να γίνεται πραγματική παρά μόνο μέσα σε υπαρκτή και ζώσα πραγματικότητα.

Τέλος σε κάθε περίπτωση το ρήμα καθώς αναφέρεται σε πάσης φύσεως λεγόμενα, σχετίζεται άμεσα με τη γλώσσα περιγραφής.

ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ (ΓΝΩΜΙΚΑ): «Κρίνω (εκφράζοντας) κρίσιν τινά, ἔχων τοιαύτην κρίσιν ποιῶν».

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Say, Tell.

Λέγω, f. λέξω, 1. a. ἔλεξα, originally, to lay (German, legen), and in pas. to lie (Germ. liegen), whence all its significations may be derived; (1) to lay asleep, to lull to sleep, put to bed; pas. or mid. to lie down, which signif. only occurs in the earliest poets, nor is the pres. ever so used; (2) to lay in order, arrange, and hence, to gather, pick up; mid. to choose, pick out; pas. pres. to be chosen, Il. xiii, 276; in this signif. the Attics use the pf. εἴλοχα, pas. εἴλεγμαι, aor. pas. ἐλέγην, but only in compounds; the simple εἰλεγμένος, chosen, Demosth. 873, 33; (3) to lay among, and so, to count or reckon up; (4) to recount, relate, tell; hence, to speak, say, utter; to describe, state; to mention; to recite; to say, tell, speak; to read; to call, to name; to import; ὡς τὰ γράμματα λέγει, as the letters import, Æschyl. S. Theb. 644; to persuade by arguments; λέγων πείθειν, Aristoph. Nub. 1426; καλῶς or εὖ λέγειν, to state properly; καλῶς or εὖ λέγειν τινα, to speak well of any one; κακῶς, to speak ill of; οὐδὲν λέγειν, to say nothing to the purpose, to trifle; ἀλλήλους τὰ ἔσχατα λέγουσι, they grossly abuse each other, Xen. Mem. ii, 2, 9; ἀτὰρ σὺ λέξον πρότερος, but do you speak first, Aristoph. Vesp. 35; λέγειν τί, to say something to the purpose, Plat. Crit. §6; λέγω τί;do I speak to the point? Plat. passim; λέγω χαίρειν, I bid farewell; ὡς ἐμοῦ λέξαντος, as I am done with speaking, Eurip. Alc. 724; οἱ λέγοντες, the orators, Dem. de Coron.; mid. not used in the pres. and impf.; the f. λέξομαι, particularly in the tragic poets, is used in a passive sense, I shall be numbered or reckoned, Eurip. Alc. 323, Woolsey’s edit.; also, λελέξομαι· as, νῦν δὲ πρὸς εἰδότας πάντα λελέξεται, Thucyd. iii, 53; τοῦτο καὶ λέγεται, καὶ λελέξεται, Plat. Phœdr. 259; 1. a. ἐλεξάμην· πολιοκροτάφους τε γέροντας λέξασθαι περὶ ἄστυ, and our hoaryheaded senators to keep guard round the city, Il. viii, 519; to sleep; pas. λέγεται, it is said; ὁ λεγόμενος, so called; tὸ λεγόμενον, what is said, proverbial; fut. pas. λεχθήσομαι, 1. a. pas. ἐλέχθην, was said; 2. a. pas. ἐλέγην, was chosen, selected; pf. pas. λέλεγμαι, and εἴλεγμαι, Eurip. Troad. 296; plupf. εἰλέγμην, and ἐλέγμην, Odys. ix, 335; and ἐλελέγμην. The pf. act. is not used except in compounds, as, συνείλοχα, ἐξείλοχα;the imperatives λέξεο, Il. ix, 613, and λέξω, Id. xxiv, 650, are used in the same sense; these probably come from the form λέχω, whence λέχος, a bed; see Buttmann’s Lexil. p. 399, §76. But Passow rejects this root, as unnecessary.

λέγω (B),

pick up, etc.: tenses for signf. 1 and 11, fut. λέξω Od.24.224: aor. ἔλεξα A.Pers.292:—Med., fut. in pass. sense λέξομαι E. Alc.322: aor. ἐλεξάμην Il.21.27 (trans.); Ep. ἐλέγμην Od.9.335; λέκτο 4.451:—Pass., aor. ἐλέχθην Il.3.188: also post-Hom. in these senses, but only in compos., esp. with ἀπο-, ἐκ-, κατα-, συν-; post-Hom. pf. εἴλοχα (κατ-, συν-), Pass. εἴλεγμαι, in these senses rarely λέλεγμαι (v. the compds.); also fut. λεγήσομαι (συλ-): aor. 2 ἐλέγην (κατ-, συν-):—gather, pick up, ὀστέα . . λέγωμεν Il.23.239, cf. Od.24. 72, Pi.P.8.53; αἱμασιάς τε λέγων picking out stones for building walls, Od.18.359 (ubi v. Sch., cf. λογάς 2), cf. 24.224:—Med., gather for oneself, ἐπὶ δὲ ξύλα πολλὰ λέγεσθε Il.8.507; ὀστέα λευκὰ λέγοντο 24.793; φάρμακα λέξασθαι A.R.3.807.

Med., choose for oneself, pick out, λέξαιτο . . ἄνδρας ἀρίστους Od.24.108; κούρους Il.21.27:—Pass., to be chosen, εἰ . . λεγοίμεθα πάντες ἄριστοι 13.276.

count, tell, ἐν δ' ἡμέας λέγε κήτεσιν he counted us among the seals, Od.4.452; and in aor. Med., Il.2.125; ἐγὼ πέμπτος μετὰ τοῖσιν ἐλέγμην I reckoned myself . . , Od.9.335; λέκτο δ' ἀριθμόν he told him over the number, 4.451:—Pass., μετὰ τοῖσιν ἐλέχθην I was counted among these, Il.3.188.

so, but not freq., after Hom., λ. ποντιᾶν ψάφων ἀριθμόν Pi.O.13.46, cf. A.Ag.570; καθ' ἓν ἕκαστον λ. Isoc.2.45; also καὶ σὲ δ' ἐν τούτοις λέγω count you among . . , A.Pr.973; λ. τινὰ οὐδαμοῦ count him as naught, S.Ant.183; κέρδος λ., εἰ . . count it gain, that . . , ib.462:—Med., λέξατο πάντας [ναύτας] Pi.P.4.189:—Pass., λέγεσθαι ἐν τοῖς ἱππικωτάτοις X.Oec.11.20; ἐνὶ πρώτῃσι λέγεσθαι Call.Del.16: fut. Med. in pass. sense, ἐν τοῖς οὐκέτ' οὖσι λέξομαι E. l.c.

recount, tell over, οὔ τι διαπρήξαιμι λέγων ἐμὰ κήδεα Od.14.197; σὺ δέ μοι λέγε θέσκελα ἔργα 11.374; τὰ ἕκαστα λέγων 12.165; ὅσα τ' αὐτὸς . . ἐμόγησε, πάντ' ἔλεγ' 23.308: so in Trag., λ. τύχας, πάθη, μόχθους, etc., A.Pr.633, Pers.292, Ag.555, etc.; also Ἀγαμέμνονι . . λέγ' ὀνείδεα repeated reproaches against him, Il.2.222; so perh. ψεύδεα πολλὰ λ. Hes.Th.27 (but v. infr. 111):—Med., τί σε χρὴ ταῦτα λέγεσθαι; why need'st thou tell the tale thereof? Il.13.275; and so, μηκέτι ταῦτα λεγώμεθα νηπύτιοι ὥς ib.292, cf. Od.3.240, 13.296; μηκέτι νῦν δήθ' αὖθι λεγώμεθα Il.2.435.

say, speak, first in Hes.Th.27 (v. supr.11.2): fut. λέξω Emp.38.1, A.Ag.859, Hdt.4.14, Th.2.48, Antipho 6.33, etc.: aor. ἔλεξα Anacr.45, Pl.Sph.217e, Antipho 1.15 (rare in Pl. and the Orators, common in some dialects, as Boeotian, IG7.504.2 (Tanagra), Thessalian, ib.9(2).461.21, Ionic, v.l. in Hp.Aër. 12): pf. λέλεχα Gal.16.249, λέλεγα and λέλογας Hsch. (εἴρηκα in correct writers):—Pass., fut. λεχθήσομαι Th.5.86, Pl.Ti.67c, etc.: also fut. Med. in pass. sense, S.OC1186, E.Hec.906 (lyr.), etc.; and λελέξομαι Th.3.53 (v.l. λέξεται), Pl.R.457b: aor. ἐλέχθην (never ἐλέγην in this sense) S.OT1442, Th.6.32, etc.: pf. λέλεγμαι Pi.N.8.20, Hdt.2.21, S.Ph.389, etc. (εἴλεγμαι in this sense only in compd. δι-): rare in compds. (only ἀντιλέγω, ἐπιλέγω, καταλέγω, προλέγω), the pres. in most compds. being supplied by ἀγορεύω, the fut. by ἐρῶ, the aor. by εἶπον, the pf. by εἴρηκα:

say, speak, never in Hom., first in Hes. l.c., freq. from Hdt. and Trag. downwds.; of all kinds of oral communications, ἐκέλευε λέγειν εἴ τι θέλοι Hdt.8.58; so λέγοις ἄν speak, say on, Pl.Plt.268e, etc.; λ. μῦθον A.Pers.698 (troch.); ψευδῆ λ. Id.Ag. 625; ἀληθῆ λ. Pl.Phlb.12b (so in Pass., λόγος λέλεκται πᾶς S.Ph.389); of oracles, say, declare, Hdt.8.136; ὥσπερ τοὔνομα λέγει indicates, Pl. Prt.312c: with Preps., λ. ἀμφί τινος A.Th.1017, E.Hec.580; περί τινος Xenoph.34.2, Democr.165, S.Aj.151 (anap.), Th.2.48; ὑπέρ τινος in his defence, S.El.555, X.HG1.7.16; κατά τινος against him, Thgn.1240a, X.HG1.5.2; λ. ἐπί τισι εὐχὰς ἀγαθάς express good wishes for them, A.Supp.625 (anap.); λ. τά τινος take his part, D.8.64; λ. πρός τι in reference or in answer to . . , S.Ant.753, etc.; εἴς τι X.Mem. 1.5.1.

c. acc. et inf., say that . . , Pi.P.2.59, etc.: with neg. οὐ, Pl.R.348c, etc., but μή ib.346e, X.Smp.4.5 (Pass.), and usu. in later Gr., LXX Ge.38.22; λ. μὴ εἶναι ἀνάστασιν Ev.Matt.22.23: freq. also folld. by ὡς, ὅτι (generally so in the Act. voice) when the subject of the relative clause may become the object of the principal Verb, γυναῖκα λέγουσιν, ὡς κάθηται . . X.Cyr.7.3.5, etc.: rarely c. part., λ. Οἰδίπουν ὀλωλότα speak of him as dead, S.OC1580; λέγουσιν ἡμᾶς ὡς ὀλωλότας A.Ag.672; λέξασ' ἀδελφῷ σ' ἐνθάδ' ὄντα E.Hel.888:—Pass., λέξεται ἔχων Id.IT1047, cf. A.Ag.170 (cj.).

λέγειν τινά τι say something of another, esp. κακὰ λ. τινά speak ill of him, revile him, Hdt.8.61; ἀγαθὰ λ. τινάς Ar.Ec.435; τὰ ἔσχατα, τὰ ἀπόρρητα λ. ἀλλήλους, X.Mem.2.2.9, D.18.123; also εὖ or κακῶς λ. τινά, A.Ag.445 (lyr.), S.El.524, cf. 1028; εὖ λ. τὸν εὖ λέγοντα X.Mem.2.3.8.

call by name, ἃς τρέμομεν λ. S.OC128 (lyr.): c. dupl. acc., call so and so, λέγοιμ' ἂν ἄνδρα τόνδε τῶν σταθμῶν κύνα A.Ag.896, cf. S.OC939 codd., Hdt.1.32, etc.

λ. τινὰ ποιεῖν τι tell, command one to do, A.Ch. 553, S.Ph.101, X.Cyr.4.1.22, etc.: so with τινι, S.OC840, D.19.150 (no obj. expressed in A.Ag.925, S.OC856); λέγε τὸν ἐρωτῶντα ἵνα . . εἴπῃ σοι . . Astramps.Orac.p.1 H.; ὡς ὁ νόμος λέγει D.22.20; ὁ λέγων μὴ μοιχεύειν Ep.Rom.2.22.

λ. τι say something, i.e. speak to the point or purpose, βούλῃ λέγειν τι, καὶ λέγων μηδὲν κλύειν; S.Ant. 757; λέγω τι; am I right? the answer being λέγεις, Id.OT1475; κινδυνεύεις τι λέγειν Pl.Cra.404a; ἴσως ἄν τι λέγοις X.Mem.2.1.12, cf. Cyr.1.4.20; opp. οὐδὲν λέγει has no meaning, no authority, οὐδὲν λ. τὸ σωφρόνως τραφῆναι Ar.Eq.334, cf. V.75; οὐδὲν λέγεις nonsense! Id.Th.625; but οὐδὲν λέγειν, also, say what is not, lie, Id.Av.66, Pl. Ap.30b; also εὖ γε λέγεις, εὖ λέγεις, εὖ ἂν λέγοις, good news!, that is well!, ib.24e, Grg.447b, Prt.310b; καλῶς, ὀρθῶς λ., you are right, X. Mem.3.3.4, 3.6.8; κοὔπω λέγω and what is more, Herod.7.44; τί λέγεις; τὸν ἔποπα παῖ καλεῖς; Ar.Av.57, cf. Ec.298 (lyr.).

pleon., ἔφη λέγων Hdt.3.156, 5.36; ἔλεγε φάς Id.1.122; ἔφασκε λέγων Ar.Av. 472; ἦ δ' ὃς λέγων Id.V.795; ὡς ἔφη λέγων S.Aj.757; καὶ λέγων εἶπεν οὕτω πως D.8.74, etc.

at the beginning of letters or documents, Ἄμασις Πολυκράτεϊ ὧδε λέγει . . , Μαρδόνιος τάδε λέγει . . , etc., Hdt.3.40, 8.140. ά, etc.; τὰ γράμματα ἔλεγε τάδε Id.1.124, etc.; γράμμασι λέγον τάδε, of an inscription, Th.6.54: in roman edicts, Μάρκος Μέττιος Ῥοῦφος . . λέγει POxy.237 viii 28 (i A.D.).

wish to say, mean, οὔτοι γυναῖκας ἀλλὰ Γοργόνας λέγω A.Eu.48; τί τοῦτο λέγει, πρὸ Πύλοιο; what does πρὸ Πύλοιο mean? Ar.Eq.1059, cf. 1021, 1375, Ec.989, Pl. Phd.60e: freq. in Platonic dialogue, πῶς λέγεις; how do you mean? in what sense do you say this? Ap.24e, al.; ἢ πῶς λέγομεν; or what do we mean to say? Grg.480b; πῶς δὴ οὖν αὐτὸ λέγεις; Phdr.265c; ποῖόν τί ποτε ἄρα λέγοντές φασι . . what they can possibly mean by saying . . , Tht.181c, al.: c. dupl. acc., τοιοῦτόν τι σὲ λέγειν τὸ κρεῖττον Grg.489d, al.: freq. (esp. in Trag.) to explain more fully, εἴσω κομίζου καὶ σύ, Κασάνδραν λέγω you, I mean Cassandra, A.Ag.1035; ὁ μάντις, υἱὸν Οἰκλέους λ. Id.Th.609, cf. 658 (v.l.), Pr.946; ποταμός, Ἀχελῷον λέγω S.Tr.9, cf. 1220, Ph.1261, E.Ph.987; ἐμὲ λέγων meaning me, Isoc.12.215; τὸ δ' ὑμεῖς ὅταν λέγω, τὴν πόλιν λ. D.18.88: sts., however, the word after λέγω is put in appos. with the word to be expld., Ἀντικλείας . . , τῆς σῆς λέγω τοι μητρός A.Fr.175, cf. Th.658 cod. M; περὶ τῶνδε . . , λέγω δὲ Φωκέων D.19.152; παρ' ὧν . . , τούτων τῶν τὴν Ἀσίαν οἰκούντων λέγω Id.8.24, cf. Pl.Smp.202b: abs., μηδενὸς ὄντος ἐν [τῇ χώρᾳ] λέγω D.1.27.

περὶ ἃς (sc. ἀπολαύσεις) λέγομεν τὸν σώφρονα in regard to which we use the term 'temperate', Arist.EN1148a5, cf. Pl.Grg. 494b.

ὡς λέγουσι as they say, S.Ant.23, etc.; ὡς λ. μοι Id.OC 1161:—Pass., λέγεται it is said, c.acc.et inf., X.Mem.1.2.30, al.; but also πατρὸς λέγεται γενέσθαι . . Id.Cyr.1.2.1; θανεῖν ἐλέχθη he was said to have been killed, S.OT292; so λεγόμενον ἐρέω Pi.P.5.108: τὸ λεγόμενον abs., as the saying goes, Th.7.68, cf. Pl.Grg.447a, Smp. 217e, etc.; τὸ λ. δὴ τοῦτο Id.Grg.514e: ὁ λεγόμενος γραῶν ὕθλος the so-called . . , Id.Tht.176b; οἱ λ. αὐτόνομοι εἶναι X.HG6.3.8; οἱ λ. ὅτι . . of whom it is said that . . , Id.Cyr.8.6.16.

of orators, speak (emphatically), λέγειν δεινός S.OT545, X.Cyr.1.5.9, etc.; λέγειν ἠσκηκότες S.Fr.963, cf. Eup.95 (v. λαλέω); λ. τε καὶ πράσσειν δυνατώτατος Th.1.139; οἱ ἐν τῷ πλήθει λέγειν δυνάμενοι Isoc.3.8, cf. D.19.286; plead one's cause in a court of law, Id.23.78; δίκας λέγειν ὑπέρ τινος speak as an advocate for . . , Din.1.111.

boast of, tell of, τὴν ἑαυτοῦ ῥώμην X.Cyr.1.3.10; in Poets, sing of, θέλω λ. Ἀτρείδας Anacreont.23.1.

recite what is written, λαβὲ τὸ βιβλίον καὶ λέγε Pl.Tht.143c; and freq. in Oratt., as λέγε τὸν νόμον D.21.8 and 10, etc.; of lectures, ἀκούσατέ μου σχόλια λέγοντος Arr.Epict.3.21.6, cf. 15.8 (the sense of Lat. lego, read, occurs only in the compds. ἀναλέγομαι, ἐπιλέγομαι).

say or send word by another, X.An.1.9.25, 7.4.5.

maintain as a thesis, οἱ τὰς ἰδέας λέγοντες Arist. Ph.193b36, Metaph.1036b14.

nominate, Lat. dicere [dictatorem], D.C.Fr.36.26 (Pass.). (Cf. Lat. lěgo, legio, legulus ('olivegatherer').)

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Lego, Deligo, Negligo, Intelligo, Legulus, Dico, Loquor, Voco, Concionor, Appello, Narro, Judeo, Reputo, Colligo, Reclino, Depono, Devergo, Discumpere Facio.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Sagen, Sprechen, Meinen, Heißen, Äußern, Aussprechen, Vorbringen, Aufsagen.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Dire, Affermare, Pronunciare, Parlare, Ammettere, Ripetere, Indicare.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Dire, Parler, Indiquer, Déclarer, Prononcer, Prétendre, Penser, Réciter, Reconnaître.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Firmar, Expresar, Opinar, Dar, Rezar, Suponer, Marcar.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Dizer, Afirmar, Falar, Declarar, Anunciar, Rezar, Alegar, Proferir, Asseverar, Exprimir por palavras.

επιστροφή στο ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΟΛΥΝΘΙΑΚΟΣ Α΄ 1.1-1.7

επιστροφή στο ΗΡΟΔΟΤΟΣ ΙΣΤΟΡΙΑΙ 1.2.1-1.4.1

επιστροφή στο ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑ 1.1-1.2

επιστροφή στο ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ ΚΑΤΑ ΦΙΛΙΠΠΟΥ 2, 1-9

επιστροφή στο ΠΛΑΤΩΝ ΠΟΛΙΤΕΙΑ 1.327-1.328α

επιστροφή στο ΣΟΦΟΚΛΗΣ ΟΙΔΙΠΟΥΣ ΤΥΡΑΝΝΟΣ 1-58